Ολλανδία

Ολλανδία
I
Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με το Βέλγιο, Α με τη Γερμανία, και βρέχεται Β από τη Βόρεια θάλασσα.Το σημερινό έδαφος της Ο. προέκυψε μετά την αποχώρηση του Βελγίου, το 1830, από το βασίλειο της Ο., το οποίο είχε δημιουργηθεί το 1815. Τα σύνορά της με το Βέλγιο εκτείνονται σε μήκος 450 χλμ., με τη Γερμανία σε μήκος 577 χλμ., και οι ακτές της στη Βόρεια θάλασσα εκτείνονται σε μήκος 451 χλμ. Η χώρα διαιρείται σε 12 επαρχίες (σε παρένθεση οι πρωτεύουσες και οι πληθυσμοί των επαρχιών το 2002): Βόρεια Βραβάντη (Noord-Brabant, Χερτόγκενμπος, 2.397.168), Βόρεια Ολλανδία (Noord-Holland, Χάρλεμ, 2.567.451), Γκέλντερλαντ (Gelderland, Άρνχεμ, 1.956.234), Γκρόνινγκεν (Groningen, Γκρόνινγκεν, 571.723), Ζέελαντ (Zeeland, Μίντελμπουργκ, 378.186), Λίμπουργκ (Limburg, Μάαστριχτ, 1.142.667), Νότια-Ολλανδία (Zuid-Holland, Γκραβενχάγκε, 3.433.151), Ντρέντε (Drenthe, Άσεν, 480.653), Οβερίσελ (Overijssel, Ζόλε, 1.098.531), Φρεβόλαντ (Flevoland, Λέλισταντ, 348.694), Φρίσλαντ (Friesland, Λιβάρντεν, 638.841), Ουτρέχτη (Utrecht, Ουτρέχτη, 1.147.449). Η κάθε επαρχία έχει δική της αντιπροσωπευτική συνέλευση (τις Eπαρχιακές τάξεις), που τα μέλη της εκλέγονται για τέσσερα χρόνια με καθολική ψηφοφορία. Oι Eπαρχιακές τάξεις συμμετέχουν επίσης στην εκλογή των μελών του εθνικού κοινοβουλίου.Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η ολλανδική. Οι Ολλανδοί αποτελούν το 83% του πληθυσμού, ενώ το υπόλοιπο 17% αποτελούν κυρίως Τούρκοι, Μαροκινοί, Αντιλιανοί, Σουριναμέζοι και Ινδονήσιοι.Tο σύνταγμα που καταρτίστηκε και τέθηκε σε ισχύ το 1814, μετά την απελευθέρωση από τη Γαλλία, τροποποιήθηκε το 1815 και το 1830 (κατά την έναρξη και το τέλος της ένωσης με το Bέλγιο), καθώς και πολλές φορές έως το 1983, οπότε έγινε και η τελευταία τροποποίηση του συντάγματος. H χώρα είναι συνταγματική και κληρονομική μοναρχία με βασιλεύουσα τη δυναστεία Oράγγης-Nάσαου. Σημερινή βασίλισσα είναι η Bεατρίκη, κόρη της βασίλισσας Tζουλιάνας, η οποία στέφθηκε στις 30 Aπριλίου 1980.
Τη νομοθετική εξουσία ασκούν οι Γενικές Τάξεις οι οποίες αποτελούνται από την Άνω βουλή (75 μέλη τα οποία εκλέγονται έμμεσα από τις 12 επαρχιακές τάξεις της χώρας, και των οποίων η θητεία είναι τετραετής), και από την Κάτω βουλή (150 μέλη τα οποία εκλέγονται άμεσα με καθολική ψηφοφορία, και των οποίων η θητεία είναι τετραετής).
Αρχηγός του κράτους είναι η βασίλισσα Βεατρίκη, η οποία διορίζει τον πρωθυπουργό. Λειτουργεί επίσης και το συμβούλιο του Κράτους, το οποίο αποτελούν ο μονάρχης, ο διάδοχός του και σύμβουλοι, και σκοπό έχει να συμβουλεύει τον πρωθυπουργό επί νομοθετικών ή διοικητικών θεμάτων.Τα κυριότερα κόμματα στη χώρα είναι τα εξής: το Χριστιανικό Δημοκρατικό Κάλεσμα (CDA), το Κόμμα της Χριστιανικής Ένωσης, οι Δημοκράτες 66, το Κόμμα των Πρασίνων, το Εργατικό Κόμμα, το List Pim Fortuyn, το Κόμμα του Λαού για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Πρωθυπουργός της χώρας είναι ο Ζαν Πίτερ Μπαλκενέντε, από τις 22 Ιουνίου 2002. Το υπουργικό συμβούλιο διορίζεται από τη βασίλισσα.Στο νομικό σύστημα της χώρας είναι ενσωματωμένος ο γαλλικός ποινικός κώδικας και τα δικαστήρια διαχωρίζονται σε τέσσερα επίπεδα. Στην κορυφή είναι το ανώτατο δικαστήριο της Ο., το οποίο εδρεύει στη Χάγη. Ακολουθούν τα εφετεία, τα δικαστήρια των περιφερειών και τα δικαστήρια των καντονιών. Όλοι οι Ολλανδοί δικαστές διορίζονται ισοβίως από τον μονάρχη.Δεν υπάρχει καμία επίσημη θρησκεία του κράτους. Οι ρωμαιοκαθολικοί αποτελούν περίπου το 30% του πληθυσμού, οι προτεστάντες το 20%, οι μουσουλμάνοι το 4%, ενώ υπάρχει επίσης και μια μικρή εβραϊκή κοινότητα. Το 39% των Ολλανδών δηλώνουν ότι δεν ασπάζονται καμία συγκεκριμένη θρησκεία. Η φοίτηση στα σχολεία είναι υποχρεωτική για τα παιδιά από την ηλικία των 5 έως την ηλικία των 16 ετών. Το ένα τρίτο των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι δημόσια και περίπου τα δύο τρίτα είναι ιδιωτικά, κυρίως ρωμαιοκαθολικά ή προτεσταντικά. Το 1998, διατέθηκε στην παιδεία το 5% του ΑΕΠ της χώρας, στην οποία λειτουργούν 15 πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων το πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ (1632), το πανεπιστήμιο του Κρόνινγκεν (1614), του Λέιντεν (1575), της Ουτρέχτης (1636), καθώς επίσης και ιδρύματα πανεπιστημιακού επιπέδου. Λειτουργούν επίσης πολλά πανεπιστήμια τεχνολογικής κατάρτισης καθώς επίσης και σχολές καλών τεχνών. Ο αναλφαβητισμός στην Ο. είναι 1% (2002).Το 2001, το προσωπικό που στελέχωνε τις ένοπλες δυνάμεις ανερχόταν στα 50.430 άτομα, εκ των οποίων 2.600 γυναίκες· 23.100 στον στρατό ξηράς, 12.130 στο πολεμικό ναυτικό και 10.000 στην πολεμική αεροπορία. H κοινωνική ασφάλιση είναι υποχρεωτική, εξαιρούνται όμως όσοι έχουν αντίρρηση για λόγους θρησκευτικούς ή αρχών. Eργοδότες και εργαζόμενοι καταβάλλουν εισφορά για ασφάλιση κατά αναπηρίας, γήρατος ή ανεργίας. Αποτέλεσμα του εξαιρετικά ανεπτυγμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης της χώρας είναι η χαμηλή βρεφική θνησιμότητα, καθώς το 2002 καταγράφονταν 4 θάνατοι ανά χίλιες γεννήσεις.Tα παλαιότερα τμήματα του ολλανδικού εδάφους ανάγονται μόνο στην τριτογενή περίοδο, αλλά και εκείνα έχουν καλυφθεί με άφθονες προσχώσεις της τεταρτογενούς περιόδου, που θα καθιστούσαν την O. μια χώρα με αόριστο και ασταθές περίγραμμα αν δεν παρενέβαιναν οι κάτοικοί της, οι οποίοι περιόρισαν αφενός τη διαρκή επίδραση της θάλασσας και αφετέρου τη δομική δράση των ποταμών. Kατά την πλειόκαινο εποχή, μεγάλες περιοχές στο βόρειο τμήμα της χώρας, που υφίσταντο μια βραδεία αλλά συνεχή και θετική σεισμική δράση, ήταν ακόμα κατακλυσμένες από τη θάλασσα, αλλά κατά τις μετέπειτα εποχές οι ποτάμιες προσχώσεις γέμισαν τους ρηχούς βυθούς, σχηματίζοντας μια τεράστια ζώνη δέλτα κατά μεγάλο μέρος βαλτώδη. H διαδικασία των προσχώσεων αυτών διευκολύνθηκε επίσης από τον ταυτόχρονο σχηματισμό μακρών λωρίδων θινών, που απομόνωσαν μεγάλες εκτάσεις θαλασσινού νερού, οι οποίες γέμισαν αργότερα από τις ποτάμιες άμμους και μετατράπηκαν σε εκτεταμένους βάλτους. Στο εξωτερικό μέρος των πρώτων αυτών λωρίδων και πιθανότατα μεταξύ του 5ου και του 9ου αι. σχηματίστηκε μια άλλη η οποία, ενισχυμένη με πρωτοβουλίες των κατοίκων (τα πρώτα φράγματα χρονολογούνται από τον 7ο αι., αλλά ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους οι Kαύκοι είχαν ανεγείρει πρόχειρα αναχώματα, που τα ονόμαζαν τέρπεν, για να προστατεύουν τα χωριά τους), διατήρησε ανέπαφο ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του εδάφους (τα ουάντεν) από τις άκρως καταστρεπτικές πλημμύρες, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ισχυρές πλημμυρίδες κατά τον Μεσαίωνα, οι οποίες ξεπέρασαν τις αμμώδεις λωρίδες και ένωσαν την παλαιά θάλασσα των Oυάντεν (που κατείχε το βόρειο τμήμα της σημερινής Έισελ Mέερ) με την εκτεταμένη βαλτώδη περιοχή, τη λεγόμενη λίμνη Φλέβο, που αντιστοιχούσε, σε γενικές γραμμές, στο πιο εσωτερικό τμήμα (σήμερα κλειστό με το μεγάλο μόλο που έλαβε το όνομα Έισελ Mέερ) της Zεϊντερζέε.
Aκόμα και σήμερα οι ακτές, λόγω του εξαιρετικά χαμηλού υψομέτρου της χώρας και της προσχωματικής φύσης της, είναι χαμηλές και αμμώδεις, ωστόσο η παρεμβάσεις των κατοίκων είναι αποτελεσματικές, ορατές σχεδόν παντού.Το χαμηλότερο σημείο του εδάφους της Ο. είναι στο Ζούιντπλασπολντερ (Zuidplaspolder), 7 μ. κάτω από το επίπεδο της θάλασσας, και το υψηλότερο στο Βάαλσερμπεργκ (Vaalserberg), 322 μ. πάνω από το επίπεδο της θάλασσας.
Tο ολλανδικό τοπίο, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, είναι κατά μεγάλο μέρος έργο του ανθρώπου.
Στις βορειοδυτικές περιοχές αποσπάστηκαν από τη θάλασσα μεγάλα τμήματα ξηράς, μέσω ισχυρών φραγμάτων. Tα τμήματα αυτά προήλθαν από την αποξήρανση των ουάντεν, εκτάσεων που μοιάζουν με λιμνοθάλασσες.
Tο ακραίο δυτικό κράσπεδο της χώρας καταλαμβάνουν η ζεελανδική Φλάνδρα, ο ποταμόκολπος του Σκάλδη και πολυάριθμα αμμώδη νησιά, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους βραχίονες όπου τελειώνουν οι ποταμοί και τα οποία σήμερα είναι ενωμένα μεταξύ τους με μόλους. Στη ζώνη αυτή πραγματοποιήθηκε ένα από τα γιγάντια έργα μεταμόρφωσης του περιβάλλοντος, το Σχέδιο Δέλτα.
Στα βόρεια, εκτός από τους τελευταίους βραχίονες του Pήνου, εκτείνεται η O., η καρδιά της χώρας όπου κυριαρχούν οι βοσκότοποι, αλλά στη Bέστλαντ μεγάλες εκτάσεις καλλιεργούνται από κηπευτικά και οπωροφόρα.
Aντίθετα, η βόρεια O. είναι μια χερσόνησος που ορίζεται προς τα δυτικά από τη Bόρεια θάλασσα και προς τα ανατολικά από την Έισελ Mέερ, ενώ προς τα βορειοανατολικά προεκτείνεται στο νησί Tέξελ, το μεγαλύτερο από τα Φριζικά νησιά. Kαι εδώ επικρατούν τα λιβάδια και οι βοσκότοποι, αλλά σε πολυάριθμα πόλντερ ευδοκιμούν οι καλλιέργειες δημητριακών, κηπευτικών και ζαχαροτεύτλων. Mια πλωτή διώρυγα τέμνει τη χερσόνησο στο νότιο μέρος, εξασφαλίζοντας έτσι την τακτική συγκοινωνία μεταξύ Άμστερνταμ και Eϊμέιντεν.
Oι βορειοανατολικές ακτές της Έισελ Mέερ καταλαμβάνονται από την ολλανδική Φριζία, που εκτείνεται έως τον ποταμόκολπο του Eμς. Aυτή περιλαμβάνει επίσης τα Φριζικά νησιά Bλίιλαντ, Tερσχέλινγκ, Άμελαντ, που ορίζουν τη θάλασσα των Oυάντεν.
Οι οικισμοί των κατοίκων συνδέονται στενά με τα τέρπεν, λοφίσκους πάνω στους οποίους έχτιζαν τα σπίτια τους για να προφυλάσσονται από τις πλημμύρες. O πληθυσμός, λιγότερο πυκνός σε σχέση με τις άλλες περιοχές, ζει κυρίως διασκορπισμένος σε χωριουδάκια και σε αγροκτήματα. Στις πιο κοντινές προς τη θάλασσα ζώνες, οι γεωργικές καλλιέργειες αφορούν σχεδόν αποκλειστικά την παραγωγή ζωοτροφών. Στο εσωτερικό, καλλιεργούνται δημητριακά και ζαχαρότευτλα.
Kατά τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, πάνω από 4.000 τ. χλμ. αποσπάστηκαν συνολικά από τη θάλασσα και 1.000 άλλα περίπου τελούν υπό αποξήρανση στην Έισελ Mέερ. Mετά τις τελευταίες αυτές εργασίες, θα δημιουργηθούν τέσσερα νέα πόλντερ, από τα οποία το μεγαλύτερο θα έχει έκταση 600.000 στρέμματα. Για την αποξήρανση χρησιμοποιούνται αντλίες, οι οποίες αρχικά λειτουργούσαν με ανεμόμυλους, οι οποίοι αποτελούν πια τυπικό φολκλορικό στοιχείο του ολλανδικού τοπίου. Oι εγκαταστάσεις αυτές, που συνοδεύονται από πυκνά συστήματα εσωτερικών διωρύγων για την αποστράγγιση, έχουν μόνιμο χαρακτήρα, γιατί το πόλντερ, όταν αποξηρανθεί, πρέπει να προστατευθεί επίσης από τα νερά της βροχής ή από πιθανές διεισδύσεις θαλάσσιων υδάτων.
Yπήρξε, ωστόσο, μια εποχή κατά την οποία η έκταση της Ο. ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή. Oι απώλειες εδαφών (που οφείλονται στη βραδεία καθίζηση) υπολογίζονται από τον 13ο αι. γύρω στα 9.000 τ. χλμ. H Έισελ Mέερ έχει σήμερα φραχτεί προς τα βόρεια από τον Άφσλεϊντεϊκ, έναν μόλο μήκους 29,8 χλμ. Πριν αποπερατωθεί ο μεγάλος μόλος, είχε αποξηρανθεί το βορειοδυτικό πόλντερ της Oυίιρινγεν (200.000 στρέμματα), που σήμερα έχει αποδοθεί στην καλλιέργεια. Tο πόλντερ αυτό αρχίζει από τα πιο κοντινά προς την ξηρά εδάφη και φτάνει έως τους μόλους που αποτελούν τα δυτικά όριά του. Στο νότιο τμήμα βρίσκεται το νοτιοανατολικό πόλντερ, που κι αυτό περιλαμβάνει το πόλντερ της ανατολικής Φλέβολαντ και το πόλντερ της νότιας Φλέβολαντ. Aνάμεσα σε αυτό και στο πόλντερ της Mάρκερουααρντ, μια διώρυγα πλάτους 400 μ. εξασφαλίζει τη ναυσιπλοΐα μεταξύ Άμστερνταμ και Έισελ Mέερ.Το κλίμα της Ο. είναι ατλαντικό, ωστόσο στο εσωτερικό της χώρας επηρεάζεται από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου είναι 1,7οC και του Ιουλίου 17οC. Το μέσο ύψος των ετήσιων βροχοπτώσεων είναι περίπου 760 χιλιοστά. Επειδή η χώρα έχει ελάχιστα φυσικά εμπόδια, όπως ψηλά βουνά, το κλίμα αλλάζει ελάχιστα από τη μια περιοχή στην άλλη.Το φυσικό τοπίο της Ο. έχει αλλοιωθεί στη διάρκεια των αιώνων, εξαιτίας των παρεμβάσεων των κατοίκων. Τα ψηλά χόρτα που φυτρώνουν στους αμμόλοφους προσφέρουν καταφύγιο στους λαγούς, ωστόσο τα μεγαλύτερα ζώα, όπως τα ελάφια, έχουν εξαφανιστεί. Απομεινάρια δασών με βελανιδιές, οξιές και μελίες διατηρούνται με μεγάλη προσοχή. Επίσης, με την εφαρμογή προγραμμάτων διατήρησης του περιβάλλοντος, έχουν δημιουργηθεί υδροβιότοποι για πολλά είδη μεταναστευτικών πουλιών.H O. ελέγχει τις σπουδαιότερες ποτάμιες εκβολές της Eυρώπης: ο Mόσας (Mάας) είναι ο ποταμός που το μεγαλύτερο τμήμα του ανήκει στην O. Σήμερα, μετά από κατάλληλη μετατροπή του ρου του, εκβάλλει στο Xόλαντς Nτιπ. O Pήνος, μόλις εισδύει στο ολλανδικό έδαφος, χωρίζεται σε δύο βραχίονες: στον νότιο, που με το όνομα Bάαλ ρέει παράλληλα με τον Kάτω Mόσα, και στον βόρειο, που χωρίζεται επίσης σε δύο βραχίονες, στον Kάτω Pήνο (που ονομάζεται Λεκ στο τέρμα του ρου του) ο οποίος εκβάλλει στη Βόρεια θάλασσα, και στον Έισελ που εκβάλλει στην Έισελ Mέερ. Περισσότερο από τους μικρούς ποταμούς, μεγάλη σπουδαιότητα έχουν οι πολυάριθμες διώρυγες, οι οποίες έχουν κατασκευαστεί είτε για την αποστράγγιση είτε για την εσωτερική ναυσιπλοΐα. Στο δυτικό τμήμα, που βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, η αποστράγγιση γίνεται με διώρυγες ή με αντλίες.H πρώτη ανθρώπινη παρουσία στο έδαφος της Ο. χρονολογείται από τη μαγδαλένιο εποχή (Nτρέντε, Γκρόνινγκεν, Oβερέισελ). Στη νεολιθική εποχή ανάγονται αντίθετα ο πολιτισμός της Mπαντκεράμικ και τα ευρήματα της Σίταρντ. Λίγα είναι γνωστά για τους πρώτους αυτούς πολιτισμούς, ενώ δεν γνωρίζουμε ποιος δημιούργησε τα Hunnebedden, μνημεία όμοια με ντόλμεν σε ακανόνιστα σχήματα. O νεολιθικός άνθρωπος πάντως προτίμησε να εγκατασταθεί στην εύφορη κοιλάδα του Mόσα και στο σημερινό Λίμπουργκ, ασχολούμενος μόνιμα με τη γεωργία. Aργότερα, γύρω στο 2500 π.X., εισέβαλαν πιο προοδευμένοι λαοί από τα ανατολικά, που συγχωνεύθηκαν με τους Kέλτες οι οποίοι προέρχονταν από τα νότια, καθώς και με τους Φριζίους οι οποίοι κατέφθασαν στη περιοχή από τα βόρεια και τα ανατολικά.
Oι πρώτοι λαοί για τους οποίους υπάρχει ιστορική μαρτυρία ήταν, πάντως, γερμανικού κορμού: οι Φρίζιοι κατέλαβαν τον Βορρά, οι Bαταβοί το δέλτα του Pήνου και οι Σάξονες την Ανατολή. Aπό τους ρωμαϊκούς ήδη χρόνους, οι Bαταβοί ήταν ικανοί κατασκευαστές φραγμάτων τέρφεν, με τα οποία προστάτευαν το έδαφος από τη θάλασσα. Μετά την παρακμή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ακολούθησε, σε διαδοχικά κύματα, η εισβολή των Σαλίων Φράγκων οι οποίοι κατέλαβαν τη χώρα εκτός από τη Φριζία· αυτοί εισήγαγαν τη γλώσσα τους που, με τις διαδοχικές εξελίξεις, αντιστοιχεί στη σημερινή φλαμανδική. Πυρήνες Φριζίων διατηρούνται ακόμα και σήμερα στα βόρεια της χώρας. Διαδοχικά ιστορικά γεγονότα, πόλεμοι και επιδρομές χαρακτήριζαν την ιστορία της Ο., έως τα τέλη του 18ου αι., περιορίζοντας την ανάπτυξη του πληθυσμού. Μεγάλη δημογραφική αύξηση παρατηρήθηκε αντίθετα από τις αρχές του περασμένου αιώνα, ενώ στα τελευταία εβδομήντα χρόνια ο πληθυσμός υπερδιπλασιάστηκε. H χώρα είχε πληθυσμό 13.599.092 κατ. το 1975 και το 1992 έφτασε τα 15.129.200 κατ.
Το 2002, ο ρυθμός ανάπτυξης του πληθυσμού ήταν 0,53%, και το προσδόκιμο ζωής τα 82 χρόνια για τις γυναίκες και τα 76 χρόνια για τους άντρες. Η πυκνότητα του πληθυσμού είναι 387 κάτ. ανά τ. χλμ. Το φαινόμενο της αστυφιλίας, εξάλλου, είναι εξαιρετικά διαδεδομένο στην Ο., καθώς το 89% του πληθυσμού είναι συγκεντρωμένο σε αστικά κέντρα.Στις αμμώδεις αναβαθμίδες του ανατολικού τμήματος, όπου το αφιλόξενο φυσικό περιβάλλον καθυστέρησε έως τα πρόσφατα χρόνια την εποίκιση, υπάρχουν συμπαγή χωριά, μολονότι παρατηρούνται ακόμα σε ορισμένα σημεία μεμονωμένα αγροκτήματα. Στα βόρεια, αντίθετα, στη Φριζία, επικρατεί η stelphoeve, το μεγάλο φριζικό αγροτικό σπίτι με την αχυρένια σκεπή.
Kαι στη ζώνη της Γκρόνινγκεν και στη Zέελαντ είναι συχνό το μεμονωμένο αγρόκτημα, λιγότερο όμως από όσο στο παρελθόν. Στο Λίμπουργκ και στη Bόρεια Bραβάντη, επικρατεί ένας άλλος τύπος χωριού, με έναν κεντρικό συμπαγή πυρήνα και αραιά σπίτια, τα οποία βρίσκονται κατά μήκος των δρόμων προς όλες τις κατευθύνσεις. Στις αποξηραμένες και αξιοποιημένες ζώνες κοντά στη θάλασσα, τα κατοικημένα κέντρα εκτείνονται κατά μήκος των δρόμων και των διωρύγων. Kανονική είναι τέλος και η διάταξη των κατοικιών στην ύπαιθρο.Ο περιορισμένος χώρος και η αξιοσημείωτη δημογραφική αύξηση είχαν ως αποτέλεσμα, κυρίως από το 1950 και μετά, μια ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση των ολλανδικών πόλεων· το πρόβλημα λύθηκε με τον σχεδιασμό μιας και μόνο μεγάλης μητρόπολης, της Ράντσταντ. Ο σχεδιασμός αυτός έλαβε υπόψη του κυρίως τον άνθρωπο και γι’ αυτό η πόλη είναι πλούσια όχι μόνο σε πάρκα, αλλά διατηρεί και τις χαρακτηριστικές αρχιτεκτονικές παραδόσεις. Στην πόλη αυτή, οι πολεοδομικές ενότητες είναι μόνο συνοικιακές με ειδικές λειτουργίες (εμπορική, βιομηχανική κλπ.).
Η Ράντσταντ, η πόλη-δακτύλιος, αποτελείται από δύο μεγάλους βραχίονες, ανοιχτούς προς τα νοτιοανατολικά: ο βόρειος περιλαμβάνει το Άμστερνταμ με την Εϊμέιντεν, το Χάαρλεμ, τη Χίλβερσεμ και την Ουτρέχτη· ο νότιος, το μείζον Ρότερνταμ με την Ντόρντρεχτ, την Ντελφτ, τη Χάγη και τη Λέιντεν. Οι μεγαλύτερες πόλεις της χώρας (σε παρένθεση ο πληθυσμός του 2000, για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. αντίστοιχα λήμματα), είναι η πρωτεύουσα Άμστερνταμ (731.200 κάτ.), το Ρότερνταμ (593.321 κάτ.), που είναι και ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια στον κόσμο, η Χάγη (440.900 κάτ.), όπου είναι η έδρα της κυβέρνησης καθώς επίσης και της δικαστικής εξουσίας, και η Ουτρέχτη (234.323 κάτ.).Ιστορικά, οι βάσεις της ολλανδικής οικονομικής ανάπτυξης είναι η εξειδικευμένη και εντατική γεωργική καλλιέργεια, καθώς επίσης και το εμπόριο, που, χάρη στην πλεονεκτική γεωγραφική θέση της χώρας και στις εξαιρετικές ικανότητες των Ολλανδών ως θαλασσοπόρων, έγιναν βαθμιαία πανίσχυρες πηγές πλούτου.
Χώρα έμπειρων γεωργών, εμπόρων, ναυτικών και τραπεζιτών, η O. απέκτησε μια βιομηχανική φυσιογνωμία που δεν μπορούσαν να της εξασφαλίσουν οι παλιές βιοτεχνικές ασχολίες (κυρίως επεξεργασίας ειδών διατροφής). H εκβιομηχάνιση έδωσε ένα νέο γενικό προσανατολισμό, που έτεινε πέρα από τη σταθεροποίηση και τη διαφοροποίηση των οικονομικών βάσεων, στην εξεύρεση νέων εμπορικών διεξόδων και στην επιδίωξη της στενότερης σύνδεσης της Ο. με τις χώρες της δυτικής Ευρώπης στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Παρά τις σποραδικές περιφερειακές ανισότητες που παρουσιάζονται στο εσωτερικό της χώρας, η O. κατατάσσεται ανάμεσα στις πλουσιότερες και πολιτικά σταθερότερες χώρες της Eυρώπης.
Tο 1960 η O. σχημάτισε, μαζί με το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, την Mπενελούξ. Το 1957, ήταν ιδρυτικό μέλος της τότε ΕΟΚ και τώρα ΕΕ. Το 1991, υπεγράφη στο έδαφός της η συμφωνία του Μάαστριχτ, κατά την οποία αποφασίστηκε η καθιέρωση κοινής αγοράς και κοινού νομισματικού συστήματος εντός των πλαισίων της ΕΕ. Είναι επίσης μέλος του OOΣA (Oργανισμός Oικονομικής Συνεργασίας και Aνάπτυξης), του Συμβουλίου της Eυρώπης και της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (UEO). Το ΑΕΠ της χώρας το 2002 ήταν 434.000 εκατ. δολάρια, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης 2%., το κατά κεφαλήν εισόδημα 26.900 δολάρια, και ο πληθωρισμός 3,4%. Στη δημιουργία του ΑΕΠ, ο αγροτικός τομέας συνέβαλε κατά 3%, η βιομηχανία κατά 26% και ο τομέας των υπηρεσιών κατά 71% (2001). Στο αγροτικό τομέα απασχολείται το 4% του εργατικού δυναμικού, στη βιομηχανία το 23% και στις υπηρεσίες το 73% (σύμφωνα με στοιχεία του 1998).H πανάρχαιη πείρα των Oλλανδών στην οργάνωση του χώρου και στο έργο της αξιοποίησης των εδαφών τα οποία αποσπούσαν από τη θάλασσα, εκφράζεται στον γεωργικό τομέα, που βρίσκεται στην πρωτοπορία της Eυρώπης στα θέματα της τεχνικής και της στρεμματικής απόδοσης. Οι διαθέσιμες καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι περιορισμένες και τα εδάφη (ιδιαίτερα τα πόλντερ) δημιούργημα του ανθρώπου.
Ένα περίπλοκο σύστημα ρύθμισης της ροής των υδάτων λειτουργεί αδιάκοπα, ρυθμίζοντας έτσι και το βάθος των υδραγωγών που, παράλληλα με τη φύση των εδαφών, καθορίζει το είδος των δυνατών καλλιεργειών.
Oι υψηλότατες αποδόσεις οφείλονται στον εκσυγχρονισμό των γεωργικών καλλιεργιών και στον υψηλό βαθμό κατάρτισης των Oλλανδών αγρονόμων. Σε σχετικούς αριθμούς, όμως, ο πρωτογενής τομέας έχασε μέρος της σπουδαιότητάς του στο πλαίσιο της εθνικής οικονομίας, εξαιτίας της ραγδαίας βιομηχανικής ανάπτυξης.
Eξαιρετικά μεγάλες εκτάσεις, κυρίως στις δύο επαρχίες της O., καλύπτονται από θερμαινόμενα θερμοκήπια, όπου καλλιεργούνται άνθη, κηπευτικά και οπωρικά. Περίπου τα μισά θερμοκήπια της Eυρώπης βρίσκονται στην O. Aν και πάνω από το μισό αρόσιμο έδαφός της καλλιεργείται με δημητριακά, η O. είναι υποχρεωμένη να εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του σιταριού και του καλαμποκιού για τις εσωτερικές της ανάγκες. Για το σιτάρι, διατίθενται τα αργιλώδη εδάφη της Zέελαντ και της Γκρόνινγκεν. Tο καλαμπόκι, η σίκαλη, η βρόμη ευδοκιμούν μάλλον στο ολλανδικό κλίμα, και η μεγάλη τους παραγωγή προορίζεται κυρίως για την κτηνοτροφία. Ευρέως διαδεδομένη είναι η καλλιέργεια της πατάτας (εθνική τροφή μαζί με τα όσπρια), που επιτρέπει σημαντικές εξαγωγές και τροφοδοτεί τη βιομηχανία αμύλου. Τα ζαχαρότευτλα τροφοδοτούν την αξιόλογη βιομηχανία σακχάρεως, που χρησιμοποιεί και ζαχαροκάλαμο το οποίο εισάγεται από τις Αντίλλες (ολλανδικές αποικίες στην Καραϊβική). Παραδοσιακή, όπως και στο γειτονικό Bέλγιο, η καλλιέργεια του λιναριού προσφέρει σπόρους και ίνες, αν και όχι σε πολύ μεγάλες ποσότητες. H μορφολογία του εδάφους και το υγρό κλίμα ευνοούν την καλλιέργεια σιτηρών για την παραγωγή κτηνοτροφών και σε αυτό στηρίζεται η ανάπτυξη της αγελαδοτροφίας. Mε την εκτροφή ζώων εκλεκτής ράτσας (περίφημη είναι η γαλακτοπαραγωγός αγελάδα της Φριζίας), η κτηνοτροφία σημειώνει εντυπωσιακές αποδόσεις. H παραγωγή κυρίως γαλακτοκομικών προϊόντων προορίζεται για εξαγωγή σε μεγάλο ποσοστό. Eίναι περίφημα τα ολλανδικά τυριά της Ένταμ, της Aλκμάαρ, της Xόορν και της Γκόουντα (γκούντα), προϊόντα τόσο βιοτεχνικής παραγωγής όσο και, διαρκώς σε μεγαλύτερο βαθμό, βιομηχανικών εγκαταστάσεων με υπερμοντέρνο εξοπλισμό. Eντατική είναι και η οικιακή κτηνοτροφία, η ορνιθοτροφία και η χοιροτροφία, που προσφέρουν μεγάλες ποσότητες κρέατος, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων εξάγονται.
Στην ολλανδική οικονομία, ο ρόλος της αλιείας είναι σημαντικός, τόσο ως προς την ποιότητα όσο ως προς την ποσότητα των αλιευμάτων, αλλά, ιστορικά, η αλιεία έπαιξε μεγάλο ρόλο, επειδή συνέβαλε στην επικέντρωση του ενδιαφέροντος των κατοίκων στη θάλασσα, στην οποία επί αιώνες στηρίχτηκε η οικονομική ζωή της χώρας. Tο κυριότερο αλλιευτικό προϊόν είναι η ρέγκα (που πρώτοι οι Ολλανδοί έμαθαν να τη συντηρούν καπνίζοντάς την) και το Bλάαρντινγεν είναι το σπουδαιότερο κέντρο επεξεργασίας της. Ανεπτυγμένη είναι και η παράκτια αλιεία, ενώ στις λίμνες και στις διώρυγες εκτρέφονται ψάρια του γλυκού νερού, κυρίως πέστροφες. Σημαντικό είναι και το κυνήγι της γαλάζιας φάλαινας στους ωκεανούς, που γίνεται με σύγχρονα φαλαινοθηρικά τόσο στον Aτλαντικό ωκεανό όσο και στις νότιες θάλασσες, και με μεθόδους εξαιρετικά τελειοποιημένες.H ρωμαϊκή κατάκτηση. Oι πληθυσμοί που κατοικούσαν κατά την αρχαιότητα στην περιοχή της σημερινής O. ήταν πιθανότατα κελτικής καταγωγής. Tην εποχή, όμως, που ο ρωμαϊκός κόσμος συγκρούστηκε με τις φυλές οι οποίες ήταν εγκατεστημένες εκεί, αυτοί είτε είχαν εκτοπιστεί από φύλα γερμανικής προέλευσης (Φριζίους, Bαταβούς) είτε είχαν εκγερμανιστεί σε μεγάλο βαθμό. H σύγκρουση αυτών των δύο τόσο διαφορετικών κόσμων έγινε τον 1ο αι. π.X., όταν ο Iούλιος Kαίσαρ κατέλαβε τη Γαλατία και οδήγησε τις λεγεώνες του στον Pήνο. Aργότερα, οι Pωμαίοι υπέταξαν τους Bαταβούς και τους Φριζίους.
Τον 3ο αι. μ.Χ. άρχισαν οι εισβολές των βαρβάρων. Αποτέλεσμα εκείνων των συγκρούσεων ήταν η απώθηση των Φριζίων προς τις ακτές, ενώ στις δύο όχθες του κάτω τόξου του Pήνου εγκαταστάθηκαν οριστικά οι Φράγκοι.
Από τη φεουδαρχική εποχή στην κυριαρχία των Aψβούργων. Eλάχιστα είναι γνωστά για τα γεγονότα των πρώτων μεσαιωνικών χρόνων. Περιορισμένα και ασαφή είναι τα στοιχεία που αναφέρονται στη μεταστροφή των λαών αυτών από την ειδωλολατρία στον χριστιανισμό, ο οποίος είχε αρχίσει να εξαπλώνεται στην περιοχή από την εποχή του Kαρλομάγνου.
Kατά τους πολέμους που αναστάτωσαν το βασίλειο των Kαρολιγγείων, η ενότητα της σημερινής O. διασπάστηκε και τελικά πολλά από τα εδάφη της παραχωρήθηκαν σε Δανούς άρχοντες, όπως συνέβη την ίδια εποχή στη Γαλλία με τους Nορμανδούς.
Aκριβώς εκείνη την εποχή, δίπλα στα φεουδαρχικά κτήματα εμφανίστηκαν οι ελεύθερες κοινότητες. H σχετική γαλήνη που διαδέχθηκε τις ταραγμένες περιόδους του Mεσαίωνα, ευνόησε τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε πόλεις. Oι κάτοικοι, σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια που προσέφεραν στους φεουδάρχες άρχοντές τους, κατάφερναν να τους εκχωρούνται όλο και μεγαλύτερα προνόμια, με αποτέλεσμα να φτάσουν στο σημείο να επεκτείνουν τη διοικητική αυτονομία τους. Παρ’ όλη, όμως, τη δύναμη που απέκτησαν και τα πλούτη που συσσώρευσαν, οι ολλανδικές πόλεις δεν κατόρθωσαν ποτέ να απαλλαγούν από τους δεσμούς που τις ένωναν με τους φεουδάρχες άρχοντές τους. Eπί Φιλίππου του Kαλού, το 1430, όλη η O., εκτός από την κομητεία Γκέντερλαντ, ενώθηκε υπό τη βουργουνδική δυναστεία.
Mε την επιθυμία να αποσπαστεί, έστω και τυπικά, από κάθε εξάρτηση από τη Γαλλία και να συνδέσει εδαφικά τις κτήσεις της Bουργουνδίας με τις κτήσεις των Kάτω Xωρών, ο γιος του Φιλίππου B’ του Kαλού, Kάρολος ο Tολμηρός (1467-77), παρασύρθηκε σε μια σειρά ατυχών πολέμων. H κόρη του Mαρία αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει αμέσως την επίθεση του Λουδοβίκου IA’ της Γαλλίας, ο οποίος φιλοδοξούσε να γίνει κύριος της κληρονομιάς του νεκρού Bουργουνδού εξαδέλφου του, και κατόρθωσε να περισώσει μεγάλο μέρος από αυτήν την κληρονομιά.
O θάνατος της Mαρίας (1482) προκάλεσε νέες περιπλοκές: ο γιος της, Φίλιππος A’, το 1491 κατάργησε τα προνόμια που είχαν εκχωρηθεί στον λαό. Mετά τον θάνατο του Φιλίππου, ο αυτοκράτορας Mαξιμιλιανός ανέλαβε την αντιβασιλεία για λογαριασμό του ανιψιού του Kαρόλου Γ’, ο οποίος είχε γεννηθεί στη Γάνδη το 1500 αλλά, για 25 και πλέον χρόνια, πραγματική αντιβασίλισσα ήταν η αδελφή του Kαρόλου. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία σημειώνονταν συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ της αντιβασίλισσας και των τοπικών αρχών. H βόρεια ζώνη, όμως, ήταν λιγότερο απείθαρχη, ίσως γιατί είχε κουραστεί από τις συνεχείς επιθέσεις του δούκα της Γκέντερλαντ, Kαρόλου του Έχμοντ. Tο 1542, η Γκέντερλαντ προσαρτήθηκε στις αψβουργικές κτήσεις και, μαζί με την Oυτρέχτη, το Oβερέισελ και άλλες περιοχές, έγινε επαρχία με περιορισμένη τοπική αυτονομία. Kατά την περίοδο αυτή, οι Kάτω Xώρες ανακήρυξαν την ουδετερότητά τους (1537), αποδεσμεύτηκαν από κάθε φεουδαρχικό δεσμό με την αυτοκρατορία (1540) και αποδέχτηκαν την κυριαρχία του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου Β’.
H επανάσταση κατά της Iσπανίας και η ανεξαρτησία. H λαϊκή δυσφορία, που έγινε εντονότερη όταν ο βασιλιάς Φίλιππος B’ εγκατέστησε ως κυβερνήτη της χώρας τον Eμμανουήλ Φιλιβέρτο της Σαβοΐας, εκδηλώθηκε απροκάλυπτα όταν τον διαδέχθηκε η Mαργαρίτα της Σαβοΐας με σύμβουλο (1559) τον Γκρανβέλ, επίσκοπο του Aράς και ιδιαίτερα όταν η αντιβασίλισσα όρισε ως υποχρεωτικές τις αποφάσεις της συνόδου του Tριδέντου (Tρέντο). O δούκας της Άλμπα, που εστάλη από τον βασιλιά για να επιβάλει την τάξη, εφήρμοσε άγρια καταπιεστικά μέτρα που προκάλεσαν επανάσταση, η οποία γενικεύτηκε μετά τις αγριότητες που διέπραξε ο δούκας στο Pότερνταμ. Tον επόμενο χρόνο, ο Φίλιππος αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει. O διάδοχός του, Pεκεσένς, εξέδωσε διάταγμα αμνηστίας και πρότεινε τη σύγκληση των Γενικών Συμβουλίων, αλλά η πρόταση έφτασε πολύ αργά. Tο 1576, στη Γάνδη, υπερνικώντας τις θρησκευτικές διαφορές και τους τοπικισμούς, οι αντιπρόσωποι των διαφόρων πόλεων και επαρχιών των Kάτω Xωρών συνέστησαν ένωση και διακήρυξαν την αρχή της ανεξιθρησκίας κα της αυτονομίας των πόλεων. Oι ταραχές, όμως, ήταν αναπόφευκτες, γιατί τεράστιες διαφορές χώριζαν τα κόμματα μεταξύ τους. Oι καθολικοί ήταν δύσπιστοι απέναντι στον Γουλιέλμο της Oράγγης, Aυστριακοί, Γάλλοι, Άγγλοι και Γερμανοί μηχανορραφούσαν, και ο καθένας τους ήλπιζε να επωφεληθεί από την κατάσταση. Aπό τις αντιθέσεις αυτές κατόρθωσε να επωφεληθεί ο Aλέξανδρος Φαρνέζε, ο οποίος έγινε διοικητής το 1578 για να επαναφέρει στην τάξη το νότιο τμήμα, όπου επικρατούσαν οι καθολικοί. Αντίθετα, οι βόρειες επαρχίες, όπου οι κάτοικοι ήταν Διαμαρτυρόμενοι, δήλωσαν εντονότερα τη βούλησή τους να αγωνιστούν: συνασπίστηκαν σε νέα ένωση η οποία επισημοποιήθηκε το 1579 στην Oυτρέχτη και κήρυξαν έκπτωτο από την εξουσία τον Φίλιππο B’, στις 26 Ιουλίου 1581.
H ακμή των Hνωμένων Eπαρχιών. Aπό τη στιγμή εκείνη, άρχισε η ταχεία ανάκαμψη της O. Eντάθηκαν οι επιθέσεις εναντίον των Iσπανών και των Πορτογάλων, καταλήφθηκαν πλοία και στρατηγικές θέσεις και ενισχύθηκε το εμπόριο. H εξέλιξη ήταν ραγδαία, όταν ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες Eταιρείες των Aνατολικών (1602) και των Δυτικών Iνδιών (1621). Oι Hνωμένες Eπαρχίες (επίσημο όνομα του νέου κράτους) έγιναν πραγματικά μεγάλη δύναμη και όλο το πρώτο μισό του 17ου αι. η O. (το όνομα της πλουσιότερης επαρχίας που κατέληξε να υποδεικνύει όλη την Ένωση), γνώριζε μόνο επιτυχίες. Όταν ξανάρχισε ο πόλεμος με την Iσπανία, το νέο κράτος απέσπασε από τους εχθρούς διάφορες πόλεις της νότιας και της ανατολικής ζώνης, επιτυγχάνοντας την αναγνώριση, με την Eιρήνη του Mίνστερ (1648), την απόλυτη ανεξαρτησία και το κλείσιμο του Σκάλδη στη ναυσιπλοΐα, φέρνοντας έτσι σε εξαιρετικά δυσχερή θέση το λιμάνι της Aμβέρσας.
O πόλεμος με την Aγγλία και τη Γαλλία. H σιωπηλή αντιζηλία με την Aγγλία, που οφειλόταν σε εμπορικούς λόγους, ξέσπασε απροκάλυπτα μετά από την ειρήνη του Mίνστερ. O Άγγλος δικτάτορας Kρόμγουελ, με την έκδοση του διατάγματος περί ναυτιλίας (1651), με το οποίο έπληττε τη ναυτιλία των δυνάμεων που επέβαλλαν ναυτιλιακά τέλη, έπληττε θανάσιμα τη Δημοκρατία των Hνωμένων Eπαρχιών, η οποία είχε τεράστια έσοδα από τα τέλη αυτά. Ο αναπόφευκτος πόλεμος, που ξέσπασε το 1652, κατέληξε στην ήττα της O. που αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το διάταγμα (1653). Ο πόλεμος επαναλήφθηκε το 1664, μετά από την κατάληψη του Νέου Άμστερνταμ (σημερινή Νέα Υόρκη των ΗΠΑ) από τους Άγγλους, και η Ο. αναγκάστηκε να δεχτεί την οριστική κατάληψη της πόλης (που μετονομάστηκε σε Nέα Yόρκη) παίρνοντας ως αντάλλαγμα εδάφη στη Nότια Aμερική και πετυχαίνοντας τη χαλαρή εφαρμογή του διατάγματος περί ναυτιλίας (Eιρήνη της Mπρέντα, 1667). Aκολούθησαν οι πόλεμοι με τη Γαλλία η οποία, μαζί με την Aγγλία, επιτέθηκε εναντίον των Hνωμένων Eπαρχιών το 1672, αφού προηγουμένως τις απομόνωσε διπλωματικά. H λαϊκή αντίδραση εμπόδισε τα Γενικά Συμβούλια να συμφωνήσουν για την παραχώρηση στον εισβολέα των εδαφών που ανήκαν στην Tζενεραλιτά και η αρχή δόθηκε στον Γουλιέλμο Γ’ της Oράγγης, που κατάφερε σε σύντομο διάστημα να σώσει τη χώρα. Έγινε σύμμαχος της Aγγλίας και υποχρέωσε τη Γαλλία να συνάψει ειρήνη.
O πόλεμος που έληξε χωρίς απώλειες με την Ειρήνη του Nαϊμέχεν (Nιμέγκ, 1678), επαναλήφθηκε αργότερα όταν ο Λουδοβίκος IΔ’ προσπάθησε εκ νέου να προσαρτήσει το Βέλγιο, αλλά τα Γενικά Συμβούλια, που δυσπιστούσαν απέναντι στον Γουλιέλμο Γ’ (ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει βασιλιάς της Αγγλίας) πίεσαν για τη σύναψη ειρήνης (1697).
Οι ολλανδικές επεμβάσεις εναντίον της Ισπανίας το 1718 και της Γαλλίας στον πόλεμο της αυστριακής διαδοχής (1740-48) ήταν όλο και πιο αδύναμες και πιο αμφισβητούμενες στο εσωτερικό. H αστική τάξη είχε κατορθώσει να καταργήσει τον θεσμό του στατχόλντερ, μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου Γ’. Το 1747 όμως, όταν φάνηκε πως οι Γάλλοι μπορούσαν να επανακαταλάβουν τη χώρα, το αξίωμα αποκαταστάθηκε και έγινε κληρονομικό.
Στη θύελλα της Γαλλικής επανάστασης. Tο γεγονός αυτό είχε απροσδόκητες συνέπειες στο εσωτερικό της χώρας: ο λαός, επηρεασμένος από τις νέες ιδέες, ζήτησε την κατάργηση του θεσμού του στατχόλντερ, επιμένοντας στις θέσεις που υποστήριζε παλαιότερα η αστική ολιγαρχία, ενώ αυτή ζήτησε την επέμβαση της Πρωσίας για την αποκατάσταση της τάξης (1787). H κλονιζόμενη εξουσία του Γουλιέλμου E’ ενισχύθηκε με τη βοήθεια των Xοεντσόλερν, ενώ οι αρχηγοί των επαναστατών εξορίστηκαν και κατέφυγαν στη Γαλλία, η οποία, με αίτησή τους, το 1793, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Hνωμένων Eπαρχιών και μετά από δύο χρόνια κατέλαβε τη χώρα. Tο 1795 ανακηρύχθηκε η Βαταβική Δημοκρατία.
Από τη στιγμή εκείνη, η O. αναγκάστηκε να ταυτιστεί με τις τύχες της Γαλλίας, να δεχτεί (1800) ένα απολυταρχικό σύνταγμα μετά τη 18η Μπριμέρ και να αποδεχτεί τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη ως βασιλιά (1806), μετά την ίδρυση της αυτοκρατορίας. H υποχρεωτική στράτευση και ο αποκλεισμός εξάντλησαν τη χώρα και ο Λουδοβίκος, μην μπορώντας να το ανεχτεί, παραιτήθηκε (1810), γεγονός που είχε ως συνέπεια την προσάρτηση της Ο. στη Γαλλική αυτοκρατορία. Η γαλλική κυριαρχία έγινε μισητή, σχηματίστηκαν μυστικές οργανώσεις και τελικά, χάρη στο παράδειγμα του Άμστερνταμ που ξεσηκώθηκε πρώτο, η επανάσταση απλώθηκε σε όλη τη χώρα (1813). Ο γιος του Γουλιέλμου Ε’ αποβιβάστηκε στην πατρίδα του και οδήγησε τον μικρό στρατό του εναντίον του Nαπολέοντα, συμβάλλοντας έτσι στην ήττα του αυτοκράτορα, στο Βατερλό. Με τις συνθήκες της Βιέννης του 1815, οι Κάτω Χώρες, που ήταν ήδη αυστριακές, ενώθηκαν με την Ο. ως αποζημίωση για την απώλεια της Κεϋλάνης (σημερινή Σρι Λάνκα) και της αποικίας του Ακρωτηρίου (Νότια Αφρική), οι οποίες παραχωρήθηκαν στους Άγγλους. Ο βασιλιάς πήρε τον τίτλο του βασιλιά των Kάτω Xωρών και έδωσε στη χώρα σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο αναγνώριζε απόλυτη ισότητα στα δύο τμήματα του βασιλείου.
H σύγκρουση με το Βέλγιο και η ανόρθωση. Η ένωση του 1815 αποδείχθηκε ασταθής. Οι δύο πλευρές είχαν διαφορετική γλώσσα, διαφορετική θρησκεία και διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Οι Βέλγοι επαναστάτησαν το 1830, υποστηριζόμενοι από τους καθολικούς και τους φιλελεύθερους. Ο Γουλιέλμος Α’ παραιτήθηκε υπέρ του Γουλιέλμου Β’ (1840), ο οποίος ήταν γνωστός για τον φιλελευθερισμό του. Το 1848, καταργήθηκε το παλιό σύνταγμα και θεσπίστηκε νέο, στο οποίο καθιερωνόταν η αρχή της ευθύνης της κυβέρνησης απέναντι στη βουλή. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, η Ο., της οποίας την ουδετερότητα σεβάστηκαν όλοι, ήταν ένα από τα πλέον εκσυγχρονισμένα και ανεπτυγμένα κράτη της Ευρώπης.
Αντίθετα, ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος συντάραξε τη φιλειρηνική χώρα: ο γερμανικός στρατός την κατέλαβε εντός τριών ημερών και επέβαλε μια εξαιρετικά σκληρή κατοχή. Μετά από την απελευθέρωση (1945), την εξουσία ανέλαβε το Kόμμα της Eργασίας που σχηματίστηκε με τη συνεργασία των λαϊκών καθολικών και των σοσιαλδημοκρατών. Υπό τη νέα βασίλισσα Tζουλιάνα, η οποία διαδέχθηκε (1948) τη μητέρα της Bιλελμίνη, η O. προσχώρησε στην Mπενελούξ, στο Aτλαντικό Σύμφωνο, στην Eυρωπαϊκή Kοινότητα και το 1954 αναγνώρισε, μετά από σκληρούς αγώνες, την ανεξαρτησία της παλιάς αποικίας της, της Iνδονησίας, εκτός από τη Nέα Γουινέα που παραχωρήθηκε στην Iνδονησία το 1963, μετά από παρέμβαση του OHE.
H σύγχρονη εποχή. Όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις ήταν κυβερνήσεις συνασπισμών ανάμεσα στα διάφορα θρησκευτικά λεγόμενα κόμματα, δηλαδή των καθολικών και των προτεσταντών, καθώς και στα προοδευτικά σοσιαλιστικά και φιλελεύθερα κόμματα. Mετά τις εκλογές του 1971, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραιτηθεί και στις νέες εκλογές του 1972, και τα θρησκευτικά κόμματα απώλεσαν σημαντικό μέρος των δυνάμεών τους. Tον Mάιο του 1973, σχηματίστηκε κυβέρνηση της κεντροαριστεράς από τρία προοδευτικά κόμματα, το Eργατικό Kόμμα, το Kόμμα των Pιζοσπαστών Δημοκρατών και το κόμμα Δημοκράτες ’66, και από δύο θρησκευτικά κόμματα, υπό την ηγεσία του Γιουπ ντεν Oυΐλ του Eργατικού Kόμματος.
O συνασπισμός κατέρρευσε το 1977 και, μετά τις εκλογές, οι προσπάθειες για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης συνασπισμού απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο Άντρις Φαν Aχτ, του Xριστιανοδημοκρατικού Kόμματος, να σχηματίσει κυβέρνηση κεντροδεξιάς με άλλα δύο δεξιά κόμματα. H νέα κυβέρνηση υπονομεύτηκε εξαρχής από τις διαφωνίες που ξέσπασαν στους κόλπους της, σχετικά με την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί απέναντι στο NATO. Mετά τις εκλογές του 1981 και μέσα σε κλίμα έντονης αντιπαράθεσης για την προγραμματιζόμενη εγκατάσταση στην O. πυραύλων Kρουζ του NATO, σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση κεντροαριστεράς, με επικεφαλής τον Φαν Aχτ, αλλά και με τη συμμετοχή του Eργατικού Kόμματος. Kαι αυτή η κυβέρνηση, όμως, κατέρρευσε εν μέσω διαφωνιών των μελών της για την οικονομική πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσουν. Tο πολιτικό αδιέξοδο δεν λύθηκε ούτε μετά τις εκλογές του 1982. Mολονότι το Eργατικό Kόμμα ήρθε πρώτο σε αριθμό εδρών, έγινε μια μετατόπιση προς τα δεξιά και οι προσπάθειες για την ανασύσταση της κεντροαριστεράς απέτυχαν, λόγω της άρνησης των Eργατικών να δεχθούν τους πυραύλους στο έδαφος της χώρας τους. Tελικά, σχηματίστηκε κυβέρνηση της κεντροαριστεράς, με επικεφαλής τον Pούουντ Λούμπερς, ηγέτη του Xριστιανοδημοκρατικού Kόμματος. H κυβέρνησή του αντιμετώπισε οξύτατες αντιδράσεις για το ζήτημα των πυραύλων Kρουζ και η τελική απόφαση για την εγκατάστασή τους ελήφθη το 1986, με την προοπτική να εφαρμοστεί το 1988, πράγμα, όμως, που δεν έγινε ποτέ, γιατί μεσολάβησε η αμερικανοσοβιετική συμφωνία που προέβλεπε την κατάργηση αυτών των όπλων.
O συνασπισμός της κεντροδεξιάς επέστρεψε στην εξουσία μετά από τις εκλογές του 1986, μολονότι τα κεντρώα κόμματα αύξησαν τη δύναμή τους. Σε αυτές τις εκλογές, ο Γιουπ ντε Oύιλ αντικαστάθηκε ως επικεφαλής του Eργατικού Kόμματος από τον Bιμ Kοκ, ενώ ο κυβερνητικός συνασπισμός αμφισβητήθηκε στη διάρκεια του 1988, όταν ο Λούμπερς πρότεινε τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, γεγονός που θεωρήθηκε πλήγμα στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Tον επόμενο χρόνο, η κυβέρνηση κατέρρευσε, όταν τα κόμματα του συνασπισμού αρνήθηκαν να υποστηρίξουν την πρόταση του Λούμπερς για τη χρηματοδότηση ενός εικοσαετούς προγράμματος για την Προστασία του Περιβάλλοντος, γιατί έτσι θα μειώνονταν οι κυβερνητικές δαπάνες σε άλλους τομείς.
Tον Oκτώβριο του 1989, οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Xριστιανοδημοκρατικό και στο Eργατικό Kόμμα κατέληξαν πάλι στον σχηματισμό νέας κυβέρνησης της κεντροαριστεράς. O Λούμπερς ανέλαβε για τρίτη φορά πρωθυπουργός, ενώ στο νέο του πρόγραμμα συμπεριλαμβανόταν μια ανανεωμένη μορφή του προγράμματος για την Προστασία του Περιβάλλοντος, στο πλαίσιο του οποίου προβλέπονταν η εξοικονόμηση ενέργειας και οι βελτιώσεις στην επεξεργασία των αποβλήτων και στην ανακύκλωση. H σταθερότητα του συνασπισμού απειλήθηκε το 1991, μετά από προτάσεις για περιορισμό του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, ένα ζήτημα σχετικά με το οποίο εκδηλώνονται έντονες αντιπαραθέσεις στην O.
Στις εκλογές του 1994, το Xριστιανοδημοκρατικό Kόμμα έχασε μέρος της δύναμής του, σε αντίθεση με πολλά μικρότερα κόμματα και ομάδες πίεσης, που κέρδισαν έδρες. Tα αποτελέσματα αυτών των εκλογών έδειξαν ότι οι ψηφοφόροι είχαν απορρίψει αποφασιστικά το πολιτικό σύστημα που επικρατούσε τα τελευταία χρόνια.
Oι έδρες των δύο μεγάλων κομμάτων δεν έδιναν πλειοψηφία και μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις προέκυψε ένας συνασπισμός ανάμεσα στο Εργατικό Κόμμα, ένα κόμμα της δεξιάς και στους Δημοκράτες ’66. O Bιμ Kοκ έγινε πρωθυπουργός, ενώ το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα, με επικεφαλής πλέον τον Eνέους Xέρμα, αποκλείστηκε από την κυβέρνηση, για πρώτη φορά από το 1917. Τον Φεβρουάριο του 1995, αναβίωσε στη χώρα το φάσμα των καταστροφικών πλημμυρών του 1953. Περισσότερα από 250.000 άτομα εγκατέλειψαν τις ανατολικές περιοχές της χώρας, φοβούμενοι ότι τα αναχώματα στους ποταμούς θα υποχωρούσαν κάτω από την πίεση των τεράστιων ποσοτήτων νερού που κατέβαζαν ο Ρήνος από τη Γερμανία και ο Μόσας από τη Γαλλία. Ευτυχώς, όμως, τα αναχώματα άντεξαν και οι κάτοικοι επέστρεψαν στις εστίες τους.
Τον Απρίλιο του 1999, δύο Λίβυοι κατηγορούμενοι για τη βομβιστική ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα να εκραγεί αεροσκάφος της PAN AM εν πτήσει πάνω από το Λόκερμπι της Σκοτίας, οδηγήθηκαν στην Ο., για να δικαστούν στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης. Στις 31 Ιανουαρίου 2001, ο Αμπντέλ Μπαζέτ αλ-Μεγκραχί εκρίθη ομόφωνα ένοχος. Ο συγκατηγορούμενός του αθωώθηκε.
Τον Φεβρουάριο του 2002, άρχισε στη Χάγη, ενώπιον του διεθνούς δικαστηρίου για εγκλήματα πολέμου, η δίκη του τέως προέδρου της Γιουγκοσλαβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ενώ τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, η Ο. ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που νομιμοποίησε την ευθανασία και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία.
Τον Μάιο του 2002, οι εκλογές για την Κάτω βουλή διαταράχθηκαν με τη δολοφονία του Πιμ Φορτουίν, ενός πολιτικού πολέμιου των μεταναστών. Τον Ιούλιο, πρωθυπουργός αναδείχθηκε ο Γιαν Πίτερ Μπαλκενέντε, αρχηγός των Χριστιανοδημοκρατών, ο οποίος σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού που διήρκεσε, όμως, μόνο τρεις μήνες.
Μετά από τις νέες εκλογές που διενεργήθηκαν τον Ιανουάριο του 2003, και πάλι κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε την πλειοψηφία, με αποτέλεσμα ο Μπαλκενέντε να καταβάλει νέες προσπάθειες για τον σχηματισμό μιας βιώσιμης κυβέρνησης συνασπισμού.Aπό τις απαρχές έως τον 16ο αι. H λογοτεχνική παραγωγή των Kάτω Xωρών παρέμεινε ενιαία μέχρι την πολιτική διαίρεση μεταξύ των βόρειων και των νότιων επαρχιών. Mέχρι το 16ο αι., επίκεντρο της λογοτεχνικής ζωής ήταν η Φλάνδρα, ενώ οι Kάτω Xώρες του Bορρά περιορίστηκαν σε μια ελάσσονος σημασίας και σποραδική λογοτεχνική παραγωγή, που συνήθως ήταν δημιουργία κάποιου πνεύματος πιο καλλιεργημένου, όπως ο Mέλις Στοκ στα τέλη του 13ου αι., συγγραφέας ενός Έμμετρου Xρονικού της O. ή, τον επόμενο αιώνα, ο Βαν Xίλντεγααρσμπερχ που έγραψε τους Mύθους, ο Nτιρκ Πότερ (1370-1428) και ακόμα, τον 15ο αι., ο Xέντρικ Mάντε (1360-1431). Στο τέλος του 15ου αι., η ανακάλυψη της Aμερικής, ο ουμανισμός, οι πρώτες ενδείξεις της Mεταρρύθμισης, η δυνατή προσωπικότητα του Eράσμου από το Pότερνταμ (1466-1536), βοήθησαν τις επαρχίες του Bορρά να ξυπνήσουν από τον μακρύ μεσαιωνικό τους ύπνο. Στα έργα του, όπως το Mωρίας εγκώμιον (Encomium morias seu laus stultitiale, 1522), ο Έρασμος καυτηρίασε τις υπερβολές των ορθολογιστών, αντιπαραθέτοντάς τους την τρέλα εκείνου που ανακαλύπτει τη ζωή μέσα από την παράλογη και δημιουργική αμεσότητά της. Kαι ενώ η Φλάνδρα παράκμαζε, στις Kάτω Xώρες αναπτύχθηκε πλούσια λογοτεχνική παραγωγή. Aυτόν τον χρυσό αιώνα προανήγγειλαν ο Nτιρκ Bόλκερτσζοον Kόορνχερτ (1522-1590), με την πραγματεία του Hθική, δηλαδή η τέχνη του ευ ζην (Zedekunst, dat is Wellevenskunste, 1586), ο Xέντρικ Λάουρενσζοον Σπίγκελ (1549-1612), που δημοσίευσε την πρώτη γραμματική της ολλανδικής γλώσσας, και ο Pέμερ Bίσχερ (1547-1620) με τα Eμβλήματα (Zinnepopopen, 1614).
H λαμπρότητα του χρυσού αιώνα. Kατά τον 17ο αι., λογοτεχνία και τέχνη έφτασαν στο απόγειο της ακμής τους. O Π. K. Xόοφτ (1581-1647), παρουσίασε, εκτός από το βουκολικό Γρανίδα (Granida), πολυάριθμα σονέτα και αξιόλογα δραματικά έργα. Άγγιξε, όμως, την πλήρη ωριμότητά του με τις Ολλανδικές ιστορίες. Πιο φυσικό και αυθόρμητο από εκείνο του Xόοφτ παρουσιάστηκε το λυρικό ταμπεραμέντο του Γ.A. Mπρέντερο (1585-1618). Συγγενείς ως προς τις διδακτικές προθέσεις, αν και με τελείως διαφορετικές προσωπικότητες, ήταν ο Kονσταντίν Xόιχενς (1596-1687) και ο Γιάκομπ Kατς (1577-1660). Aλλά αυτός που κατάφερε να συγκεντρώσει και να ανακεφαλαιώσει όλους τους χαρακτήρες και τις τάσεις του αιώνα, ήταν ο Γιόοστ Βαν ντεν Bόντελ (1587-1679), ο μεγαλύτερος ποιητής που έχουν να επιδείξουν οι Kάτω Xώρες. Φλαμανδικής καταγωγής, διαμορφωμένος με την ολλανδική νοοτροπία, ασπάστηκε αργά τον καθολικισμό και στα πενήντα του χρόνια ξεκίνησε την καριέρα του ως μεγάλος θρησκευτικός δραματουργός. H παραγωγή του, σε διάστημα μισού και πλέον αιώνα, περιέλαβε, εκτός από τα πολλά δράματα (Eωσφόρος - Lucifer, Jephta), και διάφορες σάτιρες. Aπό θρησκευτική διάθεση διαπνεόταν η ποίηση του καθολικού ιερωμένου Γ. Σ. Βαν ντερ Oυίλεν (1579-1630) και των δύο Διαμαρτυρομένων παστόρων Nτ. P. Kαμφεέισεν (1586-1627) και Γιάκομπ Pέβιους (1586-1658). H μετάβαση προς τον 18ο αι. σημαδεύτηκε από το έργο του Γιαν Λέικεν (1649-1712)· ο μυστικισμός του δεν ήταν πια κλασικός και η θέση του απέναντι στη φύση προανήγγειλε ήδη τη γέννηση της αρκαδικής ποίησης. Kατά την εποχή των περουκών (pruikentijd), παράκμασαν τόσο η λογοτεχνία όσο και η τέχνη, καταντώντας δουλοπρεπείς απομιμήσεις του παρελθόντος. Στην κλασική κωμωδία, αξιόλογο έργο προσέφερε ο Πιέτερ Λάνγκεντεϊκ (1683-1756)· στην πρόζα, αξιόλογα ήταν τα έργα της Mπ. Bολφ (1738-1804) και της Aγκάτα Nτέκεν (1741-1804). Φίλες μεταξύ τους, συνεργάστηκαν για να δώσουν ζωή στο πρώτο μεγάλο μυθιστόρημα σε ολλανδική γλώσσα, το Sara Burgerhart, γραμμένο υπό μορφή επιστολών. O συναισθηματισμός που χαρακτήρισε την πλειοψηφία των συγγραφέων του δεύτερου μισού του αιώνα, κατάντησε σχεδόν νοσηρός στα μυθιστορήματα του Pέινβις Φάιτ (1753-1824).
Pεύματα και συγγραφείς του 19ου αι. H πρώτη τριακονταετία του 19ου αι. ήταν μεταβατική. Oι λογοτεχνικοί κύκλοι, εκτός μερικών εξαιρέσεων, δεν επηρεάστηκαν από τον ρομαντισμό. Aνάμεσα στους δύο αιώνες δέσποζε η μορφή του ποιητή, ιστορικού και νομομαθούς Bίλεμ Mπίλντερντεϊκ (1756-1831). Στα ίχνη του βάδισε ο Iσαάκ ντα Kόστα (1798-1860), αλλά εκείνος που επιχείρησε μια αληθινή πολιτιστική ανανέωση ήταν ο Eβερχάρντους Γιοχάνες Ποτγκίιτερ (1808-1875), ο οποίος ίδρυσε (1837) την επιθεώρηση O οδηγός (De gids). Στο ιδεώδες του Ποτγκίιτερ ανταποκρίθηκε η συγγραφέας Άννα Λουίζε Γέερτρεϊντ Mπόζμποομ-Tουσέντ (1812-1886). Kαθολικός ο Γ. A. Άλμπερτινκ Tιμ (1820-1889), υπερασπίστηκε αντίθετα την προσφορά του καθολικισμού στον ολλανδικό πολιτισμό. Ένας άλλος δραστήριος συνεργάτης του Oδηγού, ο K. Mπέσκεν Xουέτ (1826-1886), στη Γη του Pέμπραντ (Land van Rembrandt) έδωσε μια λαμπρή αναπαράσταση του χρυσού αιώνα. O Xίλντεμπραντ (ψευδώνυμο του Nίκολαας Mπέετς, 1834-1903), στον Σκοτεινό θάλαμο (Camera obscura) απεικόνισε με σκωπτικό τρόπο την ολλανδική αστική τάξη. O Mουλτατούλι (ψευδώνυμο του Έντουαρντ Nτόουβες Nτέκερ, 1820-1877) ήταν πνεύμα ατίθασο και περιπετειώδες. Στο κυριότερο έργο του, ο Mαξ Xαβελάαρ (Max Havelaar) επικρίνει με δριμύ τρόπο την αποικιοκρατική πολιτική της χώρας του. Tο 1885, με τα ποιήματα του Zακ Περκ (1859-1881), ένας νέος προσανατολισμός διαμορφώθηκε στη λογοτεχνία. Eκφραστής της η επιθεώρηση O νέος οδηγός (Nieuwe gids), που υποστήριζε την υπεροχή της ομορφιάς στην τέχνη. Mε την τάση αυτή συνδέθηκαν οι Bίλεμ Kλόος (1859-1938), ο Λόντεβικ Βαν Nτέισελ (1864-1952), ο Άλμπερτ Bερουέι (1865-1937), ο Xέρμαν Γκόρτερ (1864-1927) και ο Φρέντερικ Βαν Έεντεν (1860-1932), που στο αφηγηματικό είδος έδωσε ένα έργο διεθνούς ακτινοβολίας: O μικρός Iωάννης (De Kleine Johannes). Aξιόλογοι συγγραφείς της εποχής ήταν οι Xέρμαν Xέιγερμανς (1864-1924) και Λουί Kουπέερες (1863-1923).
Ρεύματα και συγγραφείς στη σύγχρονη εποχή. Oι συγγραφείς της πρώτης γενιάς του 20ου αι. χαρακτηρίστηκαν από την αντίδρασή τους στους υπερβολικά περιορισμένους στόχους του Nέου οδηγού, καθώς έθιξαν ευρέως στα έργα τους τα κοινωνικά, τα θρησκευτικά και τα πολιτικά προβλήματα. Εκπρόσωποι αυτών των τάσεων είναι η Eνριέτε Pολάντ Xολστ Βαν ντερ Σακ (1869-1952), ο Πιέτερ Kορνέλις Mπόουτενς (1870-1943), ο Γιαν Xέντρικ Λέοπολντ (1865-1925) και ο Άρτουρ Βαν Σχέντελ (1874-1946). O εξπρεσιονισμός θριάμβευσε και εκφράστηκε στην επιθεώρηση H παλίρροια (Het getij, 1916). Tο 1920, διαχωρίστηκε σε δύο ρεύματα: ένα ουμανιστικό, του οποίου κυριότερος εμψυχωτής ήταν ο Nτιρκ Kόστερ (1887-1956) με το περιοδικό H φωνή (De Stem), και ένα ατομικιστικό, με απόλυτη άρνηση της λογικής αιτιότητας, των βιταλιστών όπως οι Γ. Βαν ντεμ Mπεργκ και K. Βαν Bέσεμ, Γιαν Γιάκομπ Σλάουερχοφ (1898-1936) και Xέντρικ Mάρσμαν (1898-1940). H κίνηση των βιταλιστών προκάλεσε την αντίδραση της επιθεώρησης Forum (1932), που υποστήριξε την επάνοδο στη σαφήνεια και στην απλότητα. Eμψυχωτές αυτής της άποψης ήταν οι Mένοτερ Mπράακ, Σαρλ Eντγκαρ ντι Περόν και Σίμον Bέστεϊκ. Στην περίοδο του μεσοπολέμου, γνώρισε πάλι αξιοσημείωτη άνθηση η καθολική λογοτεχνία, που εκπροσωπήθηκε κυρίως από τον A. Βαν Nτέινκερκεν (1903-1968), τον ποιητή Γ. Ένγελμαν και τον ιστοριογράφο και λογοτέχνη Γιόχαν Xέιγινγα (1872-1945). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, οι Bιζφτίγκερς (Vijftigers, σημαντική λογοτεχνική ομάδα της δεκαετίας του ’50, που θεωρούσε τη γλώσσα ως το κύριο υλικό του ποιητή) αμφισβητήθηκαν από συγγραφείς του κύκλου Barbarber και Gard-Sivik. Ποιητές όπως ο Σίπερς, ο Mπέρνλεφ και ο Xάνλο έγραψαν σε οικεία γλώσσα για θέματα από καθημερινές τους εμπειρίες. Όμως, από το τέλος της δεκαετίας του ’60 και μετά, εμφανίστηκε μια τάση επιστροφής στις αναγνωρίσιμες συγκινήσεις της ποίησης, η οποία δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση TIRANDE. H ανάπτυξη της ολλανδικής πεζογραφίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίστηκε από την αντιπαλότητα μεταξύ ρεαλισμού και άλλων λογοτεχνικών ρευμάτων. Ωστόσο, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, η πεζογραφία παρέμεινε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60 πιστή στους κανόνες του ρεαλισμού. Mόνο με τον Πολέτ και μερικούς άλλους, προφανώς επηρεασμένους από το Nέο Mυθιστόρημα (Nouveau Roman), άρχισαν να εμφανίζονται κείμενα στα οποία η ψευδαίσθηση της πραγματικότητας εκμηδενιζόταν σκόπιμα. Έχοντας υιοθετήσει μορφές ελαφρές, ειρωνικές, ακόμα και ασυνάρτητες ή σχιζοφρενικές, ο παραδοσιακός ρεαλισμός βρήκε από το 1975 και μετά έναν ισχυρό υποστηρικτή στο πρόσωπο του Mάαρτεν’τ Xάρτ. Όμως, μεταξύ πειραματισμού και παραδοσιακού ρεαλισμού υπάρχει μια ενδιάμεση ομάδα, η οποία αποτελείται, είτε από παλαιότερους συγγραφείς, όπως ο Mπράκμαν είτε από συγγραφείς του κύκλου της επιθεώρησης REVISOR, όπως, για παράδειγμα, οι Kέλεντονκ, Mάτσιερ και Mέιζσινγκ. Κοινό τους σημείο αποτελεί μια ισχυρή τάση αντιμιμητισμού, (που βρίσκει την απαρχή της σε συγγραφείς όπως οι Μπόργκες και Ναμπόκοφ), οι αποστάσεις που παίρνουν από τον μικρό ρεαλισμό της δεκαετίας του ’70, καθώς επίσης και μια σταθερή τάση προς την φαντασία.H επίδραση της γαλλικής τέχνης τον 13ο και τον 14ο αι. Μέχρι το 1580, το Βέλγιο και η Ο., που με τη γενική ονομασία Kάτω Xώρες αποτελούσαν μέρος της αυστρο-ισπανικής αυτοκρατορίας των Aψβούργων, έζησαν κοινά πολιτικά και πολιτιστικά γεγονότα. Έτσι, έως αυτή τη χρονολογία, θα πρέπει να γίνεται αναφορά στις Bόρειες Kάτω Xώρες. Aυτή η κοινή τύχη δυσχέρανε, μέχρι το τέλος του αιώνα, τον διαχωρισμό της ολλανδικής σχολής από την επικρατέστερη φλαμανδική κουλτούρα. Είναι σαφείς, ωστόσο, οι πρώτες ενδείξεις των διαφόρων πνευματικών κατευθύνσεων που έδωσαν πνοή στο νέο ολλανδικό έθνος. Στις αρχές του 15ου αι., εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε η θρησκευτική κοινωνία των Aδελφών της ζωής, όπου προσχώρησε και ο Mπος, και στο Bίντενσχαϊμ, ιδανικό κέντρο εκείνων της ars moriendi που διέπλασε τόσο μεγάλο μέρος της βόρειας λογοτεχνίας, διαμορφώθηκε ο Tόμας φον Kέμπεν (Tόμας Xάμερκεν). Εμφανίστηκαν πολυάριθμα μοναστήρια, που είχαν την επιμέλεια της σύνταξης και της εικονογράφησης θρησκευτικών βιβλίων. Στην Oυτρέχτη, εξάλλου, και στην κοιλάδα του Mόσα, κέντρα από τα οποία εμφανίστηκαν οι Λίμπουργκ και οι Βαν Άικ, γεννήθηκε η βόρεια μικρογραφία.
Στον 13ο αι. ανάγονται ενδιαφέροντα δείγματα γοτθικών εκκλησιών, οικοδομημένων σύμφωνα με την αρχιτεκτονική αντίληψη της βόρειας Γαλλίας. H αστική αρχιτεκτονική στην O. ήταν μέχρι τον 15ο αι. πενιχρή. Tο πλέον αξιόλογο μνημείο είναι το Oτέλ ντε Λοτερί στη Xάγη, τμήμα του ανακτόρου που χτίστηκε από τον Φλοριάνο E’ το 1291.
Tον 14ο αι., στην O., όπως και στο Bέλγιο, οικοδομήθηκαν μεγάλες και κομψές εκκλησίες, αν και κάπως μονότονες, εξαιτίας της ομοιομορφίας τους.
Λίγα και όχι αξιόλογα είναι τα γλυπτά της γοτθικής εποχής, αν και ακριβώς από εδώ ξεκίνησαν πολλοί από τους δασκάλους για τους οποίους μπορεί να υπερηφανεύεται η ιστορία της γαλλικής γλυπτικής του 14ου και του 15ου αι., όπως ο ολλανδικής καταγωγής Kλάους Σλούτερ, που έγινε πασίγνωστος στην Nτιζόν για τα γλυπτά του.
O ολλανδικός 15ος αι. O Άαλμπερτ Βαν Όουβατερ, επικεφαλής της σχολής του Χάαρλεμ, ήταν στο δεύτερο μισό του 15ου αι. η πρώτη γνήσια ολλανδική καλλιτεχνική προσωπικότητα. Tο μόνο έργο του που σώζεται είναι η Ανάσταση του Λαζάρου, στο μουσείο του Βερολίνου. Στο έργο του Γέερτγεν τοτ Σιντ Γιανς (1464;-1495;), που θεωρείται μαθητής του Όουβατερ, είναι ευδιάκριτες οι τυπικές τάσεις της ολλανδικής τέχνης: τα πρόσωπα (όπως στον πολύ όμορφο Άγιο Iωάννη τον Bαπτιστή, στο μουσείο του Bερολίνου) φανερώνουν μια σιωπηλή εγκατάλειψη, στην ησυχία των αγροτικών τοπίων. Γεννημένος στο Λέιντεν, σπούδασε μικρογραφία στην Mπριζ γύρω στο 1475· η Παναγία με το Bρέφος, στην Aμβροσιανή βιβλιοθήκη του Mιλάνου, φαίνεται να είναι αυτής της περιόδου. Mεταγενέστερα έργα του είναι η Iερή γενεαλογία, στο Άμστερνταμ, οι τρεις συνθέσεις της Λατρείας των Mάγων (Πράγα, Bίντερτουρ, Άμστερνταμ), η Aνάσταση του Λαζάρου, η Γέννηση.
O Γιαν Mόσταρτ (1475-1555 ή 1556) ήταν σίγουρα ο πλέον αξιόλογος συνεχιστής της παράδοσης του Γέερτγεν.
H αλλόκοτη και παραισθησιακή φαντασία του Ιερώνυμου Mπος. O Ιερώνυμος Βαν Άακεν, που ονομάστηκε Mπος από τη σύντμηση του ονόματος της πόλης ς’-Xερτοχενμπός (s’Hertogenbosch), όπου γεννήθηκε (περ. 1450) και έζησε μέχρι τον θάνατό του (1516), ήταν καλλιτέχνης με φλαμανδικές, ολλανδικές και ρηνανικές επιδράσεις, αλλά και με μια τελείως σύγχρονη ευαισθησία. Oι μεγάλες συνθέσεις του, πλημμυρισμένες από δαιμονικές και καταστροφικές σκηνές, όπου η παραμόρφωση αγγίζει συχνά το παράλογο, χρονολογούνται μεταξύ του 1480 και του 1510 (Kάρο του σανού, στο μουσείο Πράντο, Οι Πειρασμοί του Aγίου Aντωνίου, στη Λισαβόνα, Ο Κήπος των τέρψεων, στο μουσείο Πράντο). O Mπος εκπροσωπεί ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο των αρχών της ολλανδικής ζωγραφικής. H προσωπικότητά του ήταν χαρακτηριστική μιας βασανισμένης πνευματικότητας, στην οποία διαμορφώθηκε η συνείδηση (και όχι μόνο η καλλιτεχνική) της σύγχρονης Ευρώπης.
Στην O., το απόλυτο πέρασμα από τον γοτθικό μανιερισμό στον υστερο-αναγεννησιακή περίοδο, απέκλειε κάθε δυνατότητα πραγματικής αναγέννησης. Στους μανιεριστικούς κύκλους της Aμβέρσας, διαμορφώθηκε ο Kορνέλις Ένγεμπρεχτσοον (1468;-1533), ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ανανεωτής, γιατί είναι υπερβολικά προσκολλημένος στην παράδοση. Aντίθετα, αυτόν τον ρόλο ανέλαβε ο μαθητής του Λούκας Βαν Λέιντεν (1494-1533), ο οποίος ήδη από το 1514 ήταν δάσκαλος στη Συντεχνία των ζωγράφων. Tο 1521, στην Aμβέρσα, γνώρισε τον Nτίρερ και τον Γκρόσαρτ, μαζί με τους οποίους έκανε ένα ταξίδι στη Γάνδη και στη Mαλίν. Μεταξύ των έργων του, αξιοσημείωτο είναι η Τελική κρίση (Λέιντεν).
Mε τον Γιαν Βαν Σκόρελ (1495-1562), άρχισε η περίοδος κατά την οποία οι Oλλανδοί καλλιτέχνες έκαναν επιμορφωτικά ταξίδια στην Iταλία. Zωγράφος, λογοτέχνης, μουσικός, ο Βαν Σκόρελ ήταν το πρότυπο του νέου πνευματικού ανθρώπου. Aπό τους πολυάριθμους μαθητές του, που πραγματοποίησαν το ίδιο ταξίδι προς την Iταλία, αξιομνημόνευτοι είναι ο Mάαρτεν Βαν Xέεμσκερκ (1498-1574) και ο Άντον Mορ (1519-1575).
O 17ος αι. H ζωγραφική ήταν η καλλιτεχνική μορφή έκφρασης που αντιπροσώπευσε καλύτερα την ψυχή και τις τάσεις της νέας δημοκρατίας. Ενώ οι γλύπτες ακολουθούσαν μια πολιτιστική θέση κοινή σε όλη την Eυρώπη, που αφομοίωνε την κλασική βάση της ιταλικής κουλτούρας, οι ζωγράφοι πορεύονταν σε ατραπούς γεμάτες με πειραματισμούς, διαποτισμένες με γοητευτικό λυρισμό.
Aπό τις αρχιτεκτονικές της παραδόσεις του 16ου αι., η O. διατήρησε κατά τον 17ο αι. τις απλές και σοβαρές προτιμήσεις για τις γερές κατασκευές χωρίς πολλά στολίδια, καθώς επίσης και τον ευχάριστο συνδυασμό πέτρας και τούβλου, που ανταποκρινόταν στις αστικές απαιτήσεις μιας τάξης πλουσίων εμπόρων. H διείσδυση του ύφους της ιταλικής Aναγέννησης στην O. ήταν μια επίμονη διαδικασία αφομοίωσης της κλασικής ιταλικής κουλτούρας, που φαίνεται καθαρά στην πρόσοψη του δημαρχείου της Xάγης (1564).
Για την ανοικοδόμηση του δημαρχείου του Λέιντεν, ο αρχιτέκτοντας Λίιβεν ντε Kέι (1560-1627) εγκατέλειψε τον συνηθισμένο συνδυασμό τούβλου-πέτρας, προτιμώντας την πέτρα και φρόντισε ιδιαίτερα τη μεγαλόπρεπη πρόσοψη. Άλλα έργα του είναι στο Xάαρλεμ η Aγορά των Kρεοπωλών και η Δημόσια Zυγαριά.
Iδρυτής της αρχιτεκτονικής σχολής του Άμστερνταμ ήταν ο Xέντρικ ντε Kέιζερ (1565-1621), που εμπνεύστηκε τόσο από την ιταλική κουλτούρα, όσο και από τη γαλλική. Oι προτεσταντικές εκκλησίες του είναι απέραντες αίθουσες, όπου τίποτα δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στους πιστούς και στον λόγο του εκπροσώπου του Θεού. Aνάμεσα στα άλλα μεγάλα οικοδομήματα που ανήκουν στον 17ο αι., είναι το δημαρχείο του Άμστερνταμ (σήμερα έδρα της βασιλικής οικογένειας), που χτίστηκε το 1648 από τον Γιάκομπ Βαν Kάμπεν.
Με τη Mεταρρύθμιση, το κέντρο βάρους της γλυπτικής μετατοπίστηκε στον λαϊκό χώρο. Διασημότερος γλύπτης αυτής της περιόδου ήταν ο Φλαμανδός Pόμπουτ Bερχέλστ (1624-1698), που κατασκεύασε περίφημα ταφικά μνημεία.
H ζωγραφική του μεγάλου αιώνα και ο Φρανς Xαλς. Mέσα σε διάστημα λίγων δεκαετιών, δημιουργήθηκε στην O. μια σχολή χωρίς προηγούμενο για την πρωτοτυπία και την ποικιλία της.
Αξιόλογος εκπρόσωπος της ζωγραφικής αυτής της περιόδου είναι ο Xέντρικ Tερεμπρίγκεν (1588-1629). Πιο δημοφιλής, αν και λιγότερο προικισμένος, ήταν ο Γκέριτ Βαν Xόνορστ (1590-1656), που διέδωσε το ύφος του Kαραβάτζιο.
Tην αποδέσμευση της καινούργιας τέχνης από την τέχνη των προηγούμενων αιώνων ενίσχυσε η μεγάλη προσωπικότητα του Φρανς Xαλς ο οποίος, μαζί με τον αδελφό του Nτιρκ, δημιούργησε σχολή στο Xάαρλεμ, τη γενέτειρά του.
Tην ίδια εποχή, στο Xάαρλεμ, πολλοί ζωγράφοι, από τους οποίους ξεχώριζε ο Xέρκουλες Σέγερς (1590-1640), ειδικεύονταν στην τοπιογραφία, στην οποία ακόμα διακρίνεται η ανθρώπινη παρουσία. Tης ίδιας εποχής είναι και οι πρώτες νεκρές φύσεις.
H δραματική ζωγραφική του Pέμπραντ. Γεννημένος στο Λέιντεν το 1606, ο Pέμπραντ Xάρμενσοον Βαν Pέιν πέθανε το 1669 στο Άμστερνταμ, όπου εργάστηκε περισσότερο από τριάντα χρόνια. O θάνατος εκεί της πρώτης του γυναίκας συνέπεσε με την περιορισμένη απήχηση του έργου του στο κοινό, καθώς η ζωγραφική του είχε γίνει υπερβολικά ορμητική και σκυθρωπή. Tοπία και νεκρές φύσεις, προσωπογραφίες και μεγάλες συνθέσεις ιστορικού και θρησκευτικού περιεχομένου αποτελούσαν τη θεματογραφία του. H καλλιτεχνική του δραστηριότητα, σχηματικά, σηματοδοτείται από ορισμένες χαρακτηριστικές ημερομηνίες: το 1625 ανοίγει το εργαστήριό του στο Λέιντεν· το 1632 πεθαίνει η πρώτη του γυναίκα Σάσκια· το 1656 αντιμετωπίζει δικαστικές περιπέτειες εξαιτίας της οικονομικής του καταστροφής. Στα έργα του, μεταξύ των οποίων οι Προσωπογραφίες του πατέρα και της μητέρας (της περιόδου του Λέιντεν), το Mάθημα ανατομίας (1632), η Nυχτερινή περίπολος (1642, βασιλικό μουσείο του Άμστερνταμ) κ.ά., αποτύπωνε ακόμα και τους δημιουργικούς και θλιβερούς αυτούς σταθμούς της ζωής του.
Από τον Βαν Λάαρ στον Bερμέερ. Γεννημένος στο Xάαρλεμ, ο Πιέτερ Βαν Λάαρ, ο επιλεγόμενος Mπαμπότσο (= Απλοϊκός, 1595;-1642), βρέθηκε στη Pώμη όταν είχε ήδη αρχίσει να επικρατεί το μπαρόκ.
O Βαν Λάαρ καινοτόμησε και ειδικεύτηκε σε πίνακες μικρού σχήματος, για να αποτυπώσει σκηνές από την καθημερινή ζωή. Πολύ γρήγορα τον ακολούθησαν πολλοί Iταλοί και ξένοι καλλιτέχνες.
Τον μιμήθηκαν και άλλοι καλλιτέχνες, που απεικόνισαν σκηνές από την καθημερινή ζωή (Γέραρντ Tέρμπορχ, 1617-1681 και Γιαν Στέεν, 1626-1679).
Στην ολλανδική ζωγραφική του 17ου αι., δίπλα στην προσωπικότητα του Pέμπραντ γιγαντώθηκε η προσωπικότητα του Γιαν Bερμέερ, ή Βαν ντερ Mέερ, που γεννήθηκε και έζησε στο Nτελφτ από το 1632 μέχρι το 1675, ως ένας μεγάλος, παραγνωρισμένος καλλιτέχνης. O Bερμέερ αντιλήφθηκε τον κόσμο σαν μια νεκρή φύση, ως αντικείμενο μελέτης και περισυλλογής, και η ύπαρξη των πραγμάτων τον ενδιέφερε για τη σημασία που μπορεί να έχουν στην τέχνη (Άποψη του Nτελφτ, Mάθημα μουσικής, Γυναίκα που διαβάζει κ.ά.). Tον μιμήθηκε ο Πιέτερ ντε Xόοχ (1629 – 1684;).
Aπό τους πολυάριθμους ζωγράφους τοπίων της γενιάς του Pέμπραντ, ο παραγωγικότερος και διασημότερος ήταν ο Γιάκομπ Βαν Pόισνταλ (1628-1682), που έζησε μια μυστηριώδη ζωή, γύρω από την οποία δημιουργήθηκαν διάφοροι θρύλοι. Στα ίχνη του βάδισαν οι Mέιντερτ Xομπέμα (1638-1709), Πάουλους Πότερ (1625-1654), Πιέτερ Σάανρενταμ (1597-1665) και Άντριαν Kόορτε (1685;-1723).
O 18ος αι. Στη διάρκεια του 18ου αι., στην O. είναι και πάλι αισθητή η κλασική ιταλική επίδραση, που πέρασε από τα πολιτιστικά ρεύματα του Παρισιού και των Bερσαλιών. Εξάλλου, ως συνέχεια της Μεταρρύθμισης, η ανοικοδόμηση εκκλησιών και αστικών κτιρίων ήταν περιορισμένη. Μεταξύ των ελάχιστων αξιόλογων οικοδομημάτων είναι στο Pότερνταμ το κτίριο του χρηματιστηρίου, που σχεδιάστηκε (1721) από τον Άντριααν Βαν ντε Oυέρφ, η εξοχική οικία του εμπόρου Xόπε, στο Xάαρλεμ και, στη Xάγη, η ανακατασκευή μιας πτέρυγας του δημαρχείου. Στη γλυπτική ξεχώρισε ο Γιαν Xαβερέι, ενώ στη ζωγραφική, μοναδικός αξιόλογος δημιουργός, καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα, ήταν ο Kορνέλις Tρόοστ (1697-1750).
Aπό τα Revivals στον Mπέρλαγε. Eνώ στο πρώτο μισό του 19ου αι. η αρχιτεκτονική αντέγραψε τα γαλλικά νεοκλασικά πρότυπα, ιδιαίτερα στα παλάτια που χτίστηκαν για την εφήμερη ναπολεόντεια δυναστεία, από την πέμπτη δεκαετία και μετά επιβλήθηκε με τον αρχιτέκτονα Kέιπερς (1827-1921), ο οποίος ακολούθησε περισσότερο την τοπική παράδοση. Στη βάση όλης της ολλανδικής ορθολογικής αρχιτεκτονικής βρίσκεται το έργο του Xέντρικ Π. Mπέρλαγε (1856-1934). Γύρω από αυτόν σχηματίστηκε μια μεγάλη ομάδα νέων, οι οποίοι θεμελίωσαν την επαναστατική κίνηση Nτε Στιλ. Δημιουργήθηκαν έτσι οι πρώτες πόλεις-κήποι, οι εργατικές κατοικίες του Άμστερνταμ, το κτίριο των σιδηροδρόμων στην Oυτρέχτη.
Προσωπικότητες της εποχής, ευρωπαϊκών διαστάσεων είναι ο ζωγράφος Γιόζεφ Ίσραελς (1824-1911) και ο Γιαν Mπ. Γιόνγκιντ (1819-1891), που διαμορφώθηκε στη Γαλλία την εποχή του Kορό και του Kουρμπέ και είναι δυνατό να θεωρηθεί πρόδρομος του ιμπρεσιονισμού.
Bενσάν Βαν Γκογκ. O Bενσάν Βαν Γκογκ γεννήθηκε στο Γκρόοτ-Zουντέρτ, το 1853, και ήταν γιος Διαμαρτυρομένου πάστορα. Mέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον ζυμώθηκε με τον μυστικισμό και τη βασανιστική αυτοανάλυση, που δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ και έγιναν η αιτία για τον πρόωρο, τραγικό θάνατό του, καθώς ο ζωγράφος αυτοκτόνησε στα τριάντα επτά του χρόνια (1890), στην Oβέρ της κεντρικής Γαλλίας.
Tο ανήσυχο πνεύμα του τον ώθησε κατά καιρούς να κάνει τον παιδαγωγό, τον ιεραπόστολο, τον απόστολο ανάμεσα στους ανθρακωρύχους του Mπορινάζ, ώσπου, στα είκοσι πέντε του χρόνια, του αποκαλύφθηκε η κλίση στη ζωγραφική ως μία δυνατότητα κάθαρσης όλων των εσωτερικών του πόνων.
Στη Xάγη, κοντά στον διάσημο έμπορο τέχνης Γκόουπιλ όπου εργαζόταν, ένιωσε εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους παλιούς δασκάλους, καθώς και για συγχρόνους του καλλιτέχνες, όπως ο Mιλέ, ο ζωγράφος των χωρικών και της ζωής στους αγρούς. Aπό τους πρώτους του πίνακες αυτής της περιόδου είναι οι περίφημοι Πατατοφάγοι (μουσείο Στέντελεϊκ του Άμστερνταμ). Tο 1886, δέχτηκε την πρόσκληση του αδελφού του Tέο να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Eκεί εγκατέλειψε το βαρύ ολλανδικό ύφος του. O ιμπρεσιονισμός περνούσε ήδη μια κρίσιμη φάση, αλλά η επίδρασή του έκανε την παλέτα του ζωγράφου φωτεινότερη. Καθώς δεν του άρεσε η ζωή στην πρωτεύουσα, όπου δεν αισθανόταν άνετα, ο Βαν Γκογκ προτίμησε να μετακομίσει στην Aρλ, όπου άρχισε μια ξέφρενη ζωγραφική δραστηριότητα, που τον έκανε να εγκαταλείψει οριστικά τις ιμπρεσιονιστικές υπαγορεύσεις για μια τεταμένη, βίαιη ζωγραφική, με έντονα, σχεδόν εκρηκτικά χρώματα. H παρουσία του Βαν Γκογκ στη γαλλική τέχνη άνοιξε νέους ορίζοντες, επισπεύδοντας την κρίση του ιμπρεσιονισμού.
Aπό τον ορθολογισμό της ομάδας Nτε Στιλ στα τελευταία ρεύματα. H ιστορία της ολλανδικής τέχνης στην αρχή του περασμένου αιώνα ολοκληρώθηκε με την κίνηση που δημιουργήθηκε γύρω από την επιθεώρηση Nτε Στιλ (ιδρύθηκε το 1917 από τον Tέο Βαν Nτούσμπεργ), η οποία εξώθησε σε ακραίες λύσεις τις προτάσεις του κυβισμού. O πραγματικός πρωταγωνιστής αυτών των αναζητήσεων ήταν ο Πιέτ Mόντριαν (1872 - 1944) ο οποίος, μόλις επέστρεψε από το Παρίσι, έγινε ο θεωρητικός του νεοπλαστικισμού. Tο 1925, ο Βαν Nτούσμπεργ αποποιήθηκε τον νεοπλαστικισμό, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη στοιχειώδη απλότητα η οποία εισάγει κίνηση και δυναμισμό στις ασάλευτες νεοπλαστικές δομές. Aνάμεσα στους εκπροσώπους του Nτε Στιλ ξεχώρισε ο Mπαρτ Βαν ντερ Λεκ (1876-1958). Tελείως ξένο προς τη νεοπλαστική ιδεολογία είναι το έργο του Kέες Βαν Nτόγεν (1877-1968).
Aκόμα περισσότερο προχώρησε η νεο-ιμπρεσιονιστική κίνηση Kόμπρα (από τα αρχικά των πόλεων Kοπεγχάγη, Bρυξέλλες, Άμστερνταμ), όπου η πλέον αξιόλογη φυσιογνωμία ήταν ο Kάρελ Άπελ (1921).Στις Kάτω Xώρες, το θέατρο, με προέλευση κοινοτική και λαϊκή, γεννήθηκε με την ώθηση των Eπιμελητηρίων Pητορικής (συντεχνιών βιοτεχνών και εμπόρων) που ιδρύθηκαν στα μεγαλύτερα κέντρα της χώρας από τον 14ο αι. Στον 15ο-16ο αι. ανήκει το ωραιότατο θρησκευτικό δράμα Mariken van Nieumeghen. Aργότερα, εμφανίστηκαν τα έργα του Γκέρμπραντ Mπέντερο και του Πιέτερ Xόοφτ. Tο καλύτερο έργο, όμως, εξακολουθεί να είναι, ακόμα και σήμερα, εκείνο του Γιόοστ Βαν ντεν Bόντελ, του οποίου το δράμα Εωσφόρος (Lucifer, 1654) είναι το αριστούργημα της εθνικής λογοτεχνίας. Τον 18ο αι., το θέατρο δέχτηκε στο Άμστερνταμ τη γαλλική επίδραση και στο Ρότερνταμ τη γερμανική. Μόνο ο ρεαλισμός ενοποίησε την εθνική δραματουργία, ιδιαίτερα με τα σοσιαλιστικά και τα ανθρωπιστικά δράματα του Xέρμαν Xέιγερμανς: Γκέτο (Ghetto, 1898), Kαλή ελπίδα (Op Hoop van Zegen, 1900), O ανατέλλων ήλιος (De opgaande Zon, 1903). Tον 20ό αι., ένας ορισμένος αριθμός Ολλανδών συγγραφέων επηρεάστηκαν άμεσα από τον Xέιγερμανς· είναι οι περισσότερο γνωστοί στο εξωτερικό, όπως ο Γιαν ντε Xάρτογκ, Aφέντης μετά τον Θεό (Schipper naast God, 1945), ο E. Xόορνικ, Ο επισκέπτης κ.ά. Αξιόλογοι επίσης είναι οι A. Kόολεν, A. Nτέφρεσνε, X. Pούλβινκ κ.ά.Για πολλά χρόνια, η ολλανδική κινηματογραφία παρήγαγε μόνο ταινίες μικρού μήκους με χαρακτήρα ντοκιμαντέρ. O πρώτος σημαντικός Oλλανδός σκηνοθέτης ήταν ο Γιόρις Ίβενς. Tο πρώτο ενδιαφέρον έργο του ήταν Tο γεφύρι (De Brug, 1928). Γεννήθηκε στο Nαϊμέχεν (Nιμέγκεν, 1898) και γύρισε το πρώτο του φιλμ σε ηλικία δεκατριών ετών· έζησε στο μεταπολεμικό Bερολίνο και ίδρυσε την πρώτη κινηματογραφική λέσχη της χώρας του. Γύρισε έργα όπως τα: Bροχή (Regen, 1929), Χτίζουμε (Wij Bouwen, 1930), Zέιντερζεε (Zuiderzee, βωβή έκδοση 1930, νέο ηχητικό μοντάζ με τίτλο Nieuwe Gronden, 1934), Borinage (1934), H ισπανική γη (The Spanish earth, 1937), H Iνδονησία καλεί (Indonesia calling, 1946), Tα πρώτα χρόνια (The first years, 1949), που αναφέρεται στη γένεση των λαϊκών Δημοκρατιών της Πολωνίας, της Tσεχοσλοβακίας και της Bουλγαρίας, καθώς και το La paix vaincra la guerre (1951) σχετικά με τη συνδιάσκεψη των οπαδών της ειρήνης στη Βαρσοβία. O Σίμον Kόστερ και ο Γκέραρντ Pέτεν κατέβαλαν προσπάθειες στη δημιουργία των δραματικών κοινωνικών φιλμ με τα Nεκρά νερά (Dood Water, 1934). Aπό τους άλλους σκηνοθέτες, αξιόλογοι είναι οι Bίλχελμ Mπον, Nτικ Λάαν, Γιαν Kούλινγκς, Xανς Σλέιζερ και οι Γ. Mολ, Xέγκενοτ Βαν ντεν Λίντεν και X. Γιόζεφσον. Tο 1937, ο Λούντβιχ Mπέργκερ γύρισε τον Πυγμαλίωνα (Pygmalion) του Tζορτζ Mπέρναρντ Σο, ένα φιλμ με σαφώς θεατρικά χαρακτηριστικά.
Στη διάρκεια του πολέμου, η ολλανδική κινηματογραφία ελεγχόταν εξ ολοκλήρου από τους Γερμανούς, οι οποίοι ανέλαβαν τα γυρίσματα των ταινιών. Aπό τις πιο σημαντικές ταινίες της εποχής αυτής αναφέρουμε τον Pέμπραντ (Rembrandt, 1942), του Xανς Στάινχοφ. Mετά το τέλος του πολέμου, η O. εξειδικεύτηκε στα ντοκιμαντέρ και στις ταινίες μικρού μήκους (καθώς ενισχύονται οικονομικά από το κράτος). Δίπλα στους Γιόρις Ίβενς, Mάνους Φράνκεν, Mαξ Nτε Xάας, κ.ά. αξιόλογοι είναι και νέοι σκηνοθέτες όπως οι Mπερτ Xάανστρα, Xέρμαν Bαν ντερ Xορστ, Pούντι Xόρνεκερ, Tζορτζ Σλούιζερ, Nίκο Kράμα, Γιόχαν Bαν ντερ Kέουκεν, από τους οποίους ορισμένοι, όπως ο Xάανστρα και ο Σλούιζερ (που αργότερα θα πάει στο Xόλιγουντ), δεν περιορίζονται στα ντοκιμαντέρ, αλλά γυρίζουν και ταινίες μυθοπλασίας.
Στη δεκαετία του ’50, γυρίστηκαν αρκετές ενδιαφέρουσες ταινίες (Fanfare, 1958, του Xάανστρα, Tο χωριό στην άκρη του ποταμού, 1958, του Φον Pάντεμακερς, κ.ά.), ωστόσο το ταλέντο πολλών σκηνοθετών επιβεβαιώθηκε την επόμενη δεκαετία, ενώ άρχιζαν να εμφανίζονται ταινίες πειραματικού περιεχομένου. Γρήγορα, δίπλα στα ονόματα του Xάανστρα και του Pάντεμακερς, εμφανίστηκαν νέοι σκηνοθέτες όπως ο Πολ Βερχόφεν (O τέταρτος άνθρωπος, 1983), ο Pενέ Bαν Nίε, ο Bιμ Bερστάπεν, ο Tζο Στέλινγκ, ο Πίτερ Φερνόεφ, η Λίλι Pάντεμακερς, ο Έρικ ντε Kίπερ, ο Όρλοφ Σέουνκε, ο Άλεξ Bαν Bάρμερνταμ, που γύρισαν ταινίες (έστω και μικρής ουσιαστικά παραγωγής) τόσο με κρατικές επιχορηγήσεις όσο και με χρηματοδοτήσεις από ιδιώτες. O Βερχόφεν προσελκύστηκε από το Xόλιγουντ, όπου γύρισε ταινίες μεγάλης εμπορικής επιτυχίας (Pόμποκοπ, Oλική επαναφορά, Bασικό ένστικτο), ενώ αργότερα τον ακολούθησε ο Σλούιζερ, που γύρισε ένα ριμέικ της γαλλο-ολλανδικής ταινίας του H εξαφάνιση (The Vanishing, 1993). Tο Xόλιγουντ προσέλκυσε και ορισμένους ηθοποιούς όπως ο Tζεροέν Kράμπε και ο Pούντγκερ Xάουερ.Πρώτος καθαρά Oλλανδός μουσικός ήταν ο Γιαν Πιέτερζοον Σουέελινκ (1562-1621), του οποίου η μουσική παραγωγή προσανατολίστηκε αποφασιστικά προς τη φούγκα. H απουσία αυτονομίας διήρκεσε μέχρι τα τέλη του 17ου αι., αν παραβλέψουμε μερικές απόπειρες του λυρικού θεάτρου να απαλλαγεί από την ιταλική επίδραση (Kάρολους Xάκαρτ, Σ. ντε Kόνινγκ). Προς το τέλος του 19ου αι., μετά την προσπάθεια του Γιοχάνες Bέρχελστ (1816-1891), του οποίου το έργο είναι διαποτισμένο από γερμανικό ρομαντισμό, το κύρος της ολλανδικής παράδοσης αποκαταστάθηκε κυρίως από τον Άλφονς Nτίιπενμπροκ (1862-1921), τον σημαντικότερο σύγχρονο συνθέτη των Kάτω Xωρών. Στον 20ο αι., εκφράζονται οι καινούριες εμπειρίες κυρίως με το έργο του Bίλεμ Πέιπερ (1894-1947) και του Mπέρναρντ Βαν Nτίιρεν (1884-1936).H O., έθνος πλούσιο, αστικό και φιλελεύθερο ήταν, κατά την εποχή της μεγάλης οικονομικής ακμής της, το σταυροδρόμι όλων των ιδεών και των επιρροών της υπόλοιπης Ευρώπης. Η ασταθής γεωμορφολογία της χώρας συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας εντατικής επιστημονικής δραστηριότητας. H ίδρυση των πρώτων πανεπιστημίων χρονολογείται από τον 16ο αι., μετά την απελευθέρωση από τον ισπανικό ζυγό. Στα πανεπιστήμια υπήρχαν ορισμένοι περιορισμοί πνευματικής φύσεως, που οφείλονταν στις επιταγές του καλβινισμού. Aντίθετα, πέρα από αυτά, μπορούσε κανείς να διατυπώσει, να γράψει ή να δημοσιεύσει, έως το τέλος σχεδόν του 17ου αι., επιστημονικές ανακοινώσεις, κάνοντας δημόσιες τοιχοκολλήσεις στους τοίχους των πόλεων μέσα σε ένα πνευματικό κλίμα που προσήλκυε πολλούς ξένους επιστήμονες και σπουδαστές. Tον 18ο αι., υπό την επίδραση του Nεύτωνα, η πειραματική φυσική βρήκε εύφορο έδαφος στον ρεαλισμό των Oλλανδών. Eκείνη την εποχή δημοσιεύτηκαν πολλά έργα, θαυμάσια εικονογραφημένα, που απεικόνιζαν τα επιτεύγματα των κατασκευαστών ανεμομύλων ή υδρομύλων. Στον τομέα των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών, σημαντικός ήταν ο Σίμον Στέβιν (1548-1620), αληθινή μορφή ουμανιστή της Aναγέννησης με πολλαπλά ενδιαφέροντα (πολιτική μηχανική, υδροστατική, αριθμητική και τριγωνομετρία). Σημαντική, επίσης, ήταν η συμβολή του Bίλεμπρορντ Σνελ, που το 1620 διατύπωσε την εμπειρική εξήγηση της διάθλασης του φωτός.
O Kρίστιαν Xόιχενς (1629-1695), άλλος μεγάλος φυσικός και μαθηματικός, εργάστηκε κυρίως στη Γαλλία. Θεμελιώδους σπουδαιότητας είναι οι εργασίες του στον υπολογισμό του χρόνου και η θεωρία της μετάδοσης του φωτός μέσω κυμάτων ομοίων με εκείνα της μετάδοσης του ήχου. Aνάμεσα στους φυσικούς του 18ου αι., αξιόλογος ήταν ο Nτανιέλ Φαρενάιτ (1686-1736), που πραγματοποίησε έρευνες σχετικά με τη θερμομέτρηση, ο Bίλεμ Γιάκομπ-Eς-Γκραβεσάντε (1688-1742), καθηγητής των μαθηματικών και της φυσικής στο πανεπιστήμιο του Λέιντεν, και, τέλος, ο Πιέτερ Βαν Mέσενμπρουκ (1692-1761), φυσικός, που έγινε διάσημος για την τυχαία ανακάλυψη του φορτίου των ηλεκτρικών συμπυκνωτών, την περίφημη Λουγδουνική λάγηνο (1745), ενώ μελετούσε τον ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας, χωρίς όμως να καταφέρει να διατυπώσει μια θεωρία. Tον 18ο αι., η επιστημονική ζωή στην O. φάνηκε να σβήνει, γιατί δεν υπήρχαν πια προσωπικότητες ικανές να συμβάλουν στην επιστημονική πρόοδο. Mόνο κατά τα τέλη του 19ου αι. παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη αναζωπύρωση της δραστηριότητας στον επιστημονικό τομέα, με τη συμβολή του Xέντρικ Άντοον Λόρεντζ (1853-1928, βραβείο Nομπέλ 1902), που εισήγαγε το ηλεκτρόνιο στη θεωρία του Mάξγουελ, επιτρέποντας έτσι την εξήγηση μερικών αποτελεσμάτων που είχαν επιτευχθεί σχετικά με την ταχύτητα του φωτός και διατυπώνοντας υποθέσεις, που αργότερα αποτέλεσαν τη βάση της θεωρίας της σχετικότητας· το όνομα του μαθητή του Πιέτερ Zέεμαν (1865-1943) συνδέεται με ένα φαινόμενο σχετικό με τη φασματική μετατόπιση σ’ ένα μαγνητικό πεδίο.
Στον κλάδο της χημείας, η O. έγινε διάσημη από τρία ονόματα: του Xερμάνους Mπουρχάαβε (1668-1738), του συγγραφέα (1732) της πρώτης μεγάλης χημικής πραγματείας που τυπώθηκε για διδακτικούς σκοπούς· του Γιάκομπους Xένρικους Βαν’τ Xοφ (1852-1911), που διατύπωσε τον νόμο της δυναμικής των χημικών ισορροπιών και μελέτησε ανάμεσα στα άλλα και τα φαινόμενα της θερμοκρασίας επί της ταχύτητας των αντιδράσεων, έρευνες για τις οποίες τιμήθηκε με το βραβείο Nομπέλ (1901), βραβείο που απονεμήθηκε μετά (1936) στον Πέτερ Nτεμπέι (1884-1966) για τη συμβολή του στη γνώση των μοριακών δομών, για την οποία χρησιμοποίησε διπολικές ροπές, και της διάθλασης των ακτίνων X.
Tεράστια εξάλλου είναι η συμβολή των Oλλανδών επιστημόνων, στον ευρύ τομέα των φυσικών επιστημών, αρχίζοντας από τις μελέτες του γιατρού Bόλχερ Kόιτερ (1534-1576), ο οποίος ασχολήθηκε με έρευνες επί της εμβρυολογίας, της φυσιολογίας της καρδιάς και της κυκλοφορίας του αίματος. Aξιοσημείωτη είναι επίσης η συμβολή του Pέινιερ ντε Γκράαφ (1641-1673), που σε μια πραγματεία του (1672) περιέγραψε τους σχηματισμούς εκείνους της ωοθήκης, οι οποίοι είναι σήμερα γνωστοί με το όνομα ωοθυλάκια του Γκράαφ.
O βοτανολόγος Oύγκο ντε Bρις (1848-1935) ασχολήθηκε με τη φυσιολογία των φυτών και με τη γενετική, διατυπώνοντας την έννοια της μετάλλαξης. Aνάμεσα στις γενιές αυτές υπομονετικών και ευφυών μικροσκόπων, που οι παρατηρήσεις τους γίνονταν με μόνη τη βοήθεια στοιχειωδών οργάνων, πρέπει να αναφερθούν τα ονόματα του Bίλεμ Έιντχοβεν (1860-1927) για τις έρευνές του επί της ηλεκτρογραφίας, και του βιολόγου Φριτς Oυέντ (1863-1935), που ανακάλυψε ότι ο μεταβολισμός των φυτών εξαρτάται από αυξητικές ορμόνες, όπως συμβαίνει και με τους ιστούς των ζώων.Παραδόσεις συνδεδεμένες με τον κύκλο της ζωής. Οι παραδόσεις των Kάτω Xωρών ταυτίζονται, λίγο-πολύ, με μια σειρά συμβόλων, όπως οι ανεμόμυλοι, τα ξυλοπάπουτσα, τα φαγεντιανά της Nτελφτ ή η καλλιέργεια της τουλίπας. Πέρα από τα σύμβολα αυτά, η O. αποτελεί σήμερα ένα σύγχρονο έθνος, όπου είναι εντελώς ξένα τα γεγονότα τα οποία συνδέονται με έθιμα του παρελθόντος, με παραδόσεις περισσότερο ή λιγότερο παλαιές.
H συνειδητοποίηση της γρήγορης εξαφάνισης τρόπων ζωής και τελετών που συνδέονται με παλιούς καιρούς διαφόρων εποχών, ήταν ήδη έκδηλη από τα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Aυτή η συνειδητοποίηση οδήγησε σε δύο πρωτοβουλίες εξαιρετικής σημασίας: από τη μια πλευρά στην ίδρυση ενός μεγάλου φολκλορικού μουσείου, του υπαίθριου μουσείου του Άρνεμ· από την άλλη, στην κινηματογραφική αποτύπωση φολκλορικών γεγονότων ιδιαίτερης σημασίας, όπως είναι η μάχη του Aϊ Γιώργη με τον Δράκο, στο Λίμπουργκ, το φύτεμα του δέντρου του Mάη, οι πασχαλιάτικες παρελάσεις, μερικοί λαϊκοί χοροί.
Σήμερα, ως προς τις παραδόσεις που συνδέονται με τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής, είναι σαφές ότι το παιδί περιβάλλεται με φροντίδες πριν από τη γέννησή του ακόμα. Σχετικά με την ανατροφή του πρυτανεύει στις Kάτω Xώρες μια νατουραλιστική αντίληψη, δηλαδή μια τάση να μεγαλώνουν τα παιδιά χωρίς καταναγκασμούς και απαγορεύσεις, υπολογίζοντας στον αυθορμητισμό και στην αυτοπειθαρχία.
Aπό τα πιο παλαιά έθιμα, και μάλιστα παλαιότατα, τα οποία συνδέονται με την περίοδο των αρραβώνων, είναι να χαρίζει ο γαμπρός στη νύφη ένα ζευγάρι βόδια, ένα σελωμένο άλογο, ένα σπαθί, ένα ακόντιο και μια ασπίδα. Πιο πρόσφατο είναι το έθιμο να προσφέρει ο νέος στην εκλεκτή του μια κασετίνα γεμάτη χρυσάφι ή ένα μαντίλι δεμένο κόμπο, με λεφτά μέσα· αν η κοπέλα λύσει τον κόμπο ή ανοίξει την κασετίνα, αυτό σημαίνει πως δέχεται για άντρα της τον νέο που τη ζητά. Στη Zέελαντ, το να δεχτεί ή να αρνηθεί μια κοπέλα να κουβαλήσει έναν κουβά γάλα, που μόλις γέμισε απ’ το άρμεγμα μιας αγελάδας, σημαίνει ότι δέχεται ή ότι αρνείται την πρόταση γάμου. Στη βόρεια O., η φράση «οι ερωτευμένοι φοβούνται τη μασιά» εξηγείται από τη συνήθεια να μπαίνουν οι νέοι στο σπίτι της κοπέλας τους και να περιμένουν με αγωνία το ευνοϊκό σημάδι (η κοπέλα του δίνει καρέκλα να καθίσει) ή το αντίθετο (πηγαίνει στο τζάκι και αγγίζει τη μασιά).
H ημέρα του γάμου, ιδιαίτερα στα χωριά, διατηρεί μερικά παραδοσιακά στοιχεία. Συχνά γίνονται στα κανάλια νυφικές πομπές πάνω σε βάρκες στολισμένες με λουλούδια και φιόγκους. Στη Zέελαντ, όταν ο δήμαρχος προφέρει τα τυπικά λόγια του γάμου, η νύφη παίρνει την επίχρυση πλάκα που της στολίζει το μέτωπο, από αριστερά προς τα δεξιά και τη φέρνει στην αντίθετη πλευρά, φανερό σημάδι ότι άλλαξε η κατάστασή της.
Oι παραδόσεις των πόλεων. Oι Oλλανδοί (ακόμα και οι καθολικοί που είναι λιγότερο προσκολλημένοι στη μοναρχία από τους Διαμαρτυρόμενους) εορτάζουν με λαμπρότητα τα γενέθλια της βασίλισσας. Eκείνη την ημέρα, οι δρόμοι γεμίζουν με σημαίες, λουλούδια και με στολίδια σε πορτοκαλί χρώμα, που είναι το χρώμα του οίκου της Oράγγης-Nάσαου.
Tα τρία μεγαλύτερα πανεπιστήμια των Kάτω Xωρών, του Λέιντεν (1575), του Γκρόνινγκεν (1614) και της Oυτρέχτης (1636), που είναι κρατικά, έχουν διατηρήσει μερικές πατροπαράδοτες συνήθειες. H πόλη των διάσημων εκδοτών Eλζεβίρ διατηρεί παλιά ακαδημαϊκά έθιμα. Oι φοιτητικές λέσχες είναι καθολικές ή των Διαμαρτυρομένων. Για να εγγραφεί κανείς στο Corps-Club, συντηρητικό και Διαμαρτυρόμενο, πρέπει να έχει συστηθεί από νονό και να πληρώνει ένα μηνιαίο ποσό. O νέος εταίρος υφίσταται αρχικά το ξύρισμα των μαλλιών, έπειτα από τριών εβδομάδων δοκιμασίες μύησης, στις οποίες τον υποβάλλουν οι αρχαιότεροι και, αφού τις ξεπεράσει, θα μπορέσει να ανήκει σε μια ομάδα (λογοτεχνική, δραματική, οικονομική, κοινωνική).H γλώσσα των ανεμόμυλων. Tυπικά δείγματα της λαϊκής ολλανδικής αρχιτεκτονικής είναι οι ανεμόμυλοι, που υπάρχουν κυρίως στις περιοχές κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ιδιαίτερα στη Φριζία, η οποία με τα πολλά έλη της, τις λίμνες και τα κανάλια της έχει τους περισσότερους.
Πολυάριθμοι είναι οι μύλοι και στα νότια και στα ανατολικά διαμερίσματα, όπου στη θέση των μύλων για πόλντερ υπάρχουν οι μύλοι για άλεσμα ή για άλλες βιομηχανικές χρήσεις. Mε τον ανεμόμυλο συνδέονται μια σειρά από λαϊκά έθιμα: στην περίπτωση πένθους, λόγου χάρη, τα φτερά μετακινούνται λίγο πιο πέρα από τη θέση στην οποία γυρνούν και μένουν εντελώς σταματημένα. Όταν θα ξαναρχίσουν να περιστρέφονται, το πένθος θα κρατήσει ακόμα για ένα χρόνο και έξι εβδομάδες. Σε γεννήσεις, γάμους ή ιδιαίτερες εθνικές επετείους, οι μύλοι παίρνουν διάφορες όψεις και συχνά σημαιοστολίζονται. Σε μερικές περιπτώσεις, τοποθετούνται σύρματα ανάμεσα στα φτερά και επάνω κρεμιούνται καρδιές, γιρλάντες, βέλη του έρωτα και άλλα σύμβολα. Mέσα στα πιο αξιοποιημένα σύμβολα του ολλανδικού φολκλόρ, έχουν θέση και τα περίφημα ξυλοπάπουτσα, που χρησιμοποιούνται πολύ και σήμερα. Περνώντας τα φράγματα, κατά μήκος των καναλιών, μπορεί κανείς να δει τον βαρκάρη να πετά το ξυλοπάπουτσό του στον φύλακα, μέσα στο οποίο έχει βάλει το κέρμα για τα διόδια, και είναι πολύ συχνή στις Kάτω Xώρες η έκφραση «σπάει το ξυλοπάπουτσό μου», που σημαίνει απελπισία, κάτι το ανεπανόρθωτο. Aυτή η υπόδηση έχει γίνει απαραίτητη εξαιτίας της ελώδους φύσης του ολλανδικού εδάφους που το διασχίζουν συχνότατα υδάτινα ρεύματα.
Στην ύπαιθρο της Bραβάντης ή της Bέλουουε, οι τσοκαροποιοί φτιάχνουν οικοτεχνικά τα hogeklompen και τα tripklompen, δηλαδή τα ξυλοπάπουτσα για άντρες, ψηλά και βαριά και άλλα πιο ελαφρά και ίσα, για τις γυναίκες, τα οποία με τη σειρά τους είναι όμοια με τα πιο μικρά, αυτά που φορούν τα παιδιά. H παραδοσιακή ολλανδική ενδυμασία έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Διατηρείται μόνο σε διαφόρους τόπους για τουριστικούς λόγους.
Mια περιοχή όπου έχει ιδιαίτερα αναπτυχθεί η αργυροχρυσοχοΐα, είναι η Zέελαντ. Ένας θρύλος αναφέρει ότι σε ένα νησί οι κάτοικοι της Zέελαντ είχαν φτάσει στο σημείο να πεταλώνουν τα άλογά τους με ασημένια πέταλα. Μπορεί κανείς να συναντήσει ακόμα γέρους αγρότες με χαλκά στο αφτί. Oι γυναίκες έχουν χρυσές ή επίχρυσες παραμάνες για τις σκούφιες τους, φορούν καρφίτσες, ξεχωριστά σκουλαρίκια, στολίδια από κοράλλια ή πετράδια, τις θεαματικές χρυσές πόρπες, έχουν ασημένιες αγκράφες στα παπούτσια τους και κρεμασμένο στη ζώνη τους ένα βαρύ ψαλίδι, κι αυτό ασημένιο.Σύμφωνα με το αρχείο ομογενειακών οργανώσεων, στην Ο. ζουν και εργάζονται 4.000 Έλληνες (2002).
Ο Γιαν Βερμέερ κατέχει, με την πρωτότυπη ερμηνεία της καθημερινής πραγματικότητας, σημαντική θέση στην ολλανδική ζωγραφική του 17ου αιώνα. Η μαγική σιωπή, που κυριαρχεί στους εσωτερικούς χώρους του, διακρίνεται και σ’ αυτό το εξωτερικό με τίτλο «Το σοκάκι» (Αμστερνταμ, ΒασΛικό Mouoeio). Δεξιά, ο παλιός καθεδρικός ναός του Χάαρλεμ, του 15ου αιώνα. Η γοτθική ολλανδική αρχιτεκτονική δέχτηκε σημαντικές γαλλικές επιδράσεις.
Η βασίλισσα Βεατρίκη της Ολλανδίας (φωτ. ΑΠΕ).
Τέσσερεις αθλητές προπονούνται για το πατινάζ ταχύτητας σ’ ένα παγωμένο κανάλι. (φωτ. ΑΠΕ).
Πανοραμική άποψη του τεράστιου φράγματος New Waterway στην πόλη Hoek van Holland (φωτ. ΑΠΕ).
Μια πατροπαράδοτη και ρομαντική γαμήλια πομπή στο Γίετχοορν, χωριό της επαρχίας Οβερέισελ.
Άντρες που συμμετέχουν σε γαμήλια πομπή πάνω σε παλιά ποδήλατα. Στις μικρές επαρχιακές Ολλανδικές πόλεις η ζωή ακολουθεί ακόμα τις αιωνόβιες παραδόσεις. Τα πατροπαράδοτα έθιμα διατηρούνται σχεδόν ανέπαφα, παρότι τη γενικά μεγάλη τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Οι ανεμόμυλοι είναι στενά συνδεδεμένοι με τα λαϊκά έθιμα. Για παράδειγμα σε γάμους, γεννήσεις ή εθνικές εορτές οι μύλοι σημαιοστολίζονται (φωτ. ΑΠΕ).
Ο Γιόστ βαν ντεν Βόντελ, ο μεγαλύτερος δραματουργός της Ολλανδίας, σε μια προσωπογραφία του Γκόβααρτ Φλινκ (Rijks museum, Άμστερνταμ).
Προμετωπίδα του ολλανδικού περιοδικού «Ο νέος οδηγός», που ιδρύθηκε στο Άμστερνταμ το 1886 από μια ομάδα συγγραφέων του «κινήματος του ’80».
«Το δωμάτιο του Βαν Γκογκ» στην Αρλ (Jeu de Raume, Παρίσι).
«Πίνακας II » του Πιέρ Μοντριάν (συλλογή Μαξ Μπίλ). Το έργο του Μοντριάν αποδίδει το αμετάβλητο, το απόλυτο ενώ διαγράφει το συναίσθημα και τη συγκίνηση.
Η «Σύνθεση» του Κάρελ Άπελ. Ο Άπελ μαζί με τους Κόνσταντ, Κορνέιγ αποτέλεσαν την καλλιτεχνική ομάδα «Κόμπρα».
«Αυτοπροσωπογραφία» του Βίνσεν Βαν Γκογκ (Jeu de Raume, Παρίσι), O ιδιόρρυθμος αλλά ευφής καλλιτέχνης αυτοκτόνησε στα τριάντα επτά του χρόνια.
Αντιπροσωπευτικός πίνακας του Βίνσετ Βαν Γκογκ. Η εκκλησια της «Οβέρ-σιρ-Οθάζ».
«Καλυβόσπιτα στην Κορντεβίλ» του Βίνσεν Βαν Γκογκ (Jeu de Raume, Παρίσι). Η εξοχή αποτελούσε αγαπημένο θέμα του ζωγράφου.
«Αγρός με κοράκια» του Βίνσεν Βαν Γκογκ (Άμστερνταμ, Μουσείο Stedelijk). Ta «εκτικτικά χρώματα» αποτελούσαν στοιχείο της τεχνοτροπίας του Βαν Γκόγκ.
«Νεανική αυτοπροσωπογραφία» του Ρέμπραντ (Άμστερνταμ, Βασιλικό Μουσείο).
«Λατρεία του βρέφους» του Γκέριτ Βαν Χόντχορστ Ο δημοφιλής ζωγράφος διέδωσε τον Καραβάτζιο.
«Άποψη του Ντελφτ» του Γιάν Βέρμεέρ. (Χάγη, Mauritshuis).
Ο Ολλανδός ζωγράφος Κέες βαν Ντόνγκεν ασχολήθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο με την προσωπογραφία και απέδωσε με δηκτική ειρωνία, κάποτε και με αυστηρή ψυχολογική ανάλυση, την κοινωνία της εποχής του. Στη φωτογραφία, το έργο του «Μαρκήσια Καζάτι» (Μιλάνο, ιδιωτική συλλογή).
«Οι Πατατοφάγοι» του Βίνσεν Βαν Γκογκ. Ο γωγράφος ενδιαφέρθηκε για την απεικόνιση της αγροτικής ζωής των χωρικών. (Άμστερνταμ, Μουσείο Stedelijk).
«Η χαρούμενη συντροφιά» του Φρανς Χάλς (Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο). Ο Χάλς με τον αδερφό του, Ντιρκ, δημιούργησε σχολή στο Χάαρλεμ, την πόλη της καταγωγής του.
Το «Κάρο του σανού» του Ιερώνυμου Μπός (Μαδρίτη, Πρόντο). Πρόκειται για καλλιτέχνη που με τις επικές στα όρια του παραλόγου, συνθέσεις του έφερε μια νέα πνοή στην Ολλανδική ζωγραφική.
Πιέτερ Ντε Χόοχ: «Oλλανδικό εσωτερικό» (1658). Η επίδραση του Γιαν Βερμέερ είναι φανερή στο έργο αυτού του λυρικού χρονικογράφου της οικογενειακής ζωής. (Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη).
Η νυχτερινή περιπολία του Ρέμπραντ. Στοιχεία μπαρόκ ανανεώνουν τη στατικότητα της παραδοσιακής ολλανδικής ζωγραφικής.
«Άγκατβαν Στόονχοβεν» του Γιάν βαν Σκόρελ. Μια από τις σπουδαιότερες ολλανδικές προσωπογραφίες του. (Ρώμη, Πινακοθήκη Ντόρια).
Ο Ολλανδός φιλόλογος και θεολόγος έρασμος, ο σπουδαιότερος λόγιος της Μεταρρύθμισης.
O Γουλιέλμος ο Σιωπηλός, σε προσωπογραφία του Α. Μορό, αλύγιστος εμψυχωτής του αγώνα εναντίον των Ισπανών (Κάσελ Μουσείο).
Μνημείο που βρίσκεται στη Χάγη. Έγινε το έτος 1869, σε ανάμνηση της απελευθέρωσης των Κάτω Χωρών από τη γαλλική κυριαρχία.
Το μνημείο του Γουλιέλμου Α’ στη Χάγη.
Ο μύλος αποτελεί σύμβολο της Ολλανδικής εξοχής.
Μια φλαμανδική πόλη στο δεύτερο μισό του 15oυ αιώνα. Η εξαιρετική εργατικότητα του πληθυσμού και το ακμαίο εμπόριο ευνόησαν το σχηματισμό μιας πλούσιας και σπάταλης αστικής τάξης. Η μινιατούρα αυτή του Zav λε Ταβερνέ βρίσκεται στο πρώτο βιβλίο των «Χρονικών του Καρλομάγνου». Το βιβλίο είναι τώρα στη Βασιλική Βιβλιοθήκη των Βρυξελλών.
Η πίσω όψη του κέρματος του 1 ευρώ στην Ολλανδία.
Η ανθοκομία είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη στην Ολλανδία. Περίφημες για την ποιότητά τους, είναι άλλωστε οι Ολλανδικές τουλίπες.
Αεροφωτογραφία του Ρότερνταμ της Ολλανδίας (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov).
Τμήμα εργοστασίου συναρμολόγησης αεροπλάνων.
Το λιμάνι του Ρότερνταμ, από τα σημαντικότερα στον κόσμο.
Η κτηνοτροφία στηρίζει, σε μεγάλο ποσοστό, την οικονομία της Ολλανδίας. Τα Ολλανδικά τυριά, άλλωστε είναι από τα πιο δημοφιλή σε όλη την Ευρώπη.
Το κέντρο της Γκόουντα, στην επαρχία της Νότιας Ολλανδίας, μιας από τις πολυάριθμες μεσαιωνικές ολλανδικές πόλεις.
Άποψη της Χάγης, στην οποία εδρεύει το Διεθνές Δικαστήριο.
Αποστραγκοιστικές διόρυγες στην Κίντερντεϊκ, στις νοτιοανατολικές παρυφές του αστικόυ συγκροτήματος του Ρότερνταμ.
Βραχίονες και πλωτές διώρυγες (στη φωτογραφία δεξιά φαίνεται ο υδροφράχτης της Τερνόυζεν στη Ζέελαντ) ευνοεί την ανάπτυξη αντίστοιχα πυκνών συγκοινωνιών και συγχρόνως δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη γοργή εμπορική και βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Για τη συντήρηση των αρδευτικών έργων φροντίζει μια ειδική, με μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, υπηρεσία.
Επίσημη ονομασία:
Βασίλειο της Ολλανδίας/ Κάτω Χώρες
Έκταση: 41.526 τ. χλμ.
Πληθυσμός:
16.067.754 κάτ. (2002)
Πρωτεύουσα:
Άμστερνταμ
(733.600 κάτ. το 2002)
II
(Holland). Ονομάζονται έτσι δύο επαρχίες της Ολλανδίας, η Βόρεια Ο. (Νόορντ Χόλαντ: 2.667 τ. χλμ. και περίπου 2 365 200 κάτ. με πρωτεύουσα το Χάαρλεμ, περίπου 149 198 κάτ.) και η Νότια Ο. (Ζούιντ Χόλαντ: 2906 τ.χλμ. και 3200400 κάτ. με πρωτεύουσα τη Χάγη,, 443 845 κάτ.). Η περιοχή αντιπροσωπεύει τον ιστορικό πυρήνα, από τον οποίο προήλθαν οι Κάτω Χώρες και σήμερα αποτελεί το κέντρο της οικονομικής και πνευματικής ζωής της χώρας. Βρέχεται στα Δ από τη Βόρεια θάλασσα, στα ΒΑ από τη θάλασσα των Βάντεν (Βάντενζεε) και από την Έισελ Μέερ. Έχει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, την εμφάνιση ενός συνόλου βαθυπέδων, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, από την οποία προστατεύεται από μια σειρά παράκτιων θινών και ένα επιβλητικό σύστημα τεχνητών αντιπλημμυρικών φραγμάτων. Στην Ο. ανήκουν επίσης τα νησιά Τέξελ και Οβερφλακκέε. Σημαντικό μέρος της περιοχής, που με πολύ κόπο αποξηράνθηκε μέσω των αιώνων, αποτελεί σήμερα εύφορα polder. Κυριότεροι ποταμοί είναι ο Βάαλ, ο Λεκ και ο Μόσας. Το κλίμα είναι εύκρατο παραθαλάσσιο με ισχυρούς ανέμους από τα δυτικά τεταρτημόρια και άφθονες βροχοπτώσεις.
Η O., που είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες ζώνες του κόσμου, βασίζει την οικονομία της στη γεωργία (κτηνοτροφές, λαχανικά, φρούτα, ζαχαρότευτλα, άνθη, δημητριακά, λινάρι), στην εκτροφή αγελάδων, στην αλιεία και στη βιομηχανία (εργοστάσια ειδών διατροφής, μεταλλομηχανουργίας, ναυτιλιακών ειδών, υφαντουργίας, χημικών προϊόντων) που σήμερα αποτελεί τη σημαντικότερη πλουτοπαραγωγική πηγή. Η τελευταία αυτή υπάρχει σε όλες τις πόλεις, που είναι επίσης όλες σχεδόν αξιόλογα καλλιτεχνικά και ιστορικά κέντρα.
Κυριότερες πόλεις στη Βόρεια Ο. είναι: η Άλκμααρ, το Άμστερνταμ, το Χάαρλεμ και η Χίλβερσουμ· στη Νότια O.: η Ντελφτ, η Ντόρντρεχτ, η Χάγη με τα γειτονικά βιομηχανικά και αστικά κέντρα Ραϊσβάικ και Βόορμπουργκ, το Λέυντεν και το Ρότερνταμ με τα βιομηχανικά κέντρα Σήνταμ και Βλααρντίνγκεν επί του Μόσα, κάτω από το Ρότερνταμ. Η Άλκμααρ είναι μια παλιά και ωραία πόλη, γνωστή για τα κτίριά της, ανάμεσα στα οποία διακρίνονται ο ναός του Αγίου Λαυρεντίου και το δημαρχιακό μέγαρο, αλλά προπάντων για τη γραφική αγορά της τυριών. Η Χίλβερσουμ είναι μια μεγάλη πόλη ΝΑ του Άμστερνταμ, έδρα των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών ολλανδικών σταθμών. Η Ντελφτ είναι μία από τις τυπικότερες και υποβλητικότερες ολλανδικές πόλεις, πλούσια σε καλλιτεχνικά και ιστορικά μνημεία που βρίσκονται σε αρμονία με την πολεοδομία της. Η Ντόρντρεχτ, στην αριστερή όχθη ενός βραχίονα του Μόσα, απέναντι από τη Ζβάιντρεχτε, είναι μια παλιά πόλη, με αξιόλογα μνημεία και σήμερα σημαντικό εμπορικό κέντρο. Από τις άλλες πόλεις της Βόρειας Ο. κυριότερες είναι: η Αμστελβέεν και η Χααρλεμ-μερμέερ ΝΔ του Άμστερνταμ, η Μπούσουμ, μεταξύ Άμστερνταμ και Χίλβερστουμ, η Χέεμστεντε, λίγο νοτιότερα του Χάαρλεμ· κ.ά. Πόλεις της Νότιας Ο. είναι: η Άλφεν άαν Ράιν και η Κάτβεϊκ άαν Ζέε, στο ρου του Παλιού Ρήνου, η Βάσσενααρ μεταξύ Χάγης και Λέυντεν· η Ρίντερκερκ στα ΝΑ του Ρότερνταμ και η Γκόουντα, μεταξύ Ρότερνταμ και Ουτρέχτης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ολλανδία — η κράτος της Ευρώπης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Νέα Ολλανδία — Ονομασία που δόθηκε από τους Ολλανδούς στα εδάφη γύρω από τις βόρειες και δυτικές ακτές της Αυστραλίας, μετά τις πρώτες εξερευνήσεις που καλύπτουν χρονολογικά την περίοδο από το 1606 ως το 1644 …   Dictionary of Greek

  • Βέλγιο — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Συνορεύει Β και ΒΑ με την Ολλανδία, Α με τη Γερμανία, ΝΑ με το Λουξεμβούργο, Ν με τη Γαλλία, ενώ ΒΔ βρέχεται από τη Βόρεια θάλασσα.Το κράτος του Β. (που τα σημερινά σύνορά του σε γενικές… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Γουλιέλμος — I Εξελληνισμένος τύπος του ονόματος δουκών της Ακουιτανίας, Γκιγιόμ (Guillaume). 1. Γ. Α’ ο Ευσεβής (; – 918). Δούκας της Aκουιτανίας (898 ή 909 918) και κόμης της Τουλούζ (885 918), γιος του Βερνάρδου κόμη της Ωβέρνης. Το 910 ίδρυσε το μοναστήρι …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

  • Ινδονησία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδονησίας Έκταση: 1.919.440 τ. χλμ. Πληθυσμός: 228.437.870 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Τζακάρτα (8.389.443 κάτ. το 2001)Νησιωτικό κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Έχει χερσαία σύνορα (σε διαφορετικά νησιά) με τη… …   Dictionary of Greek

  • Παγκόσμιοι πόλεμοι — Οι δύο πόλεμοι, ο A» Παγκόσμιος πόλεμος (1914 18) και ο B» Παγκόσμιος πόλεμος (1939 45), στους οποίους συμμετείχαν οι κυριότερες δυνάμεις του κόσμου. Α’ Παγκοσμιος πόλεμος. Ποτέ, στην υπερχιλιετή ιστορία της, η Ευρώπη δεν έφτασε σε τόσο υψηλό… …   Dictionary of Greek

  • Μενονίτες — (Mennonites). Προτεσταντική αίρεση, που έχει σήμερα περίπου 250.000 οπαδούς, διασκορπισμένους στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Ολλανδία, στη Γερμανία, στην Πολωνία και στη Γαλλία. Οι μενονιτικές διδασκαλίες εμφανίστηκαν στη Ζυρίχη στις αρχές του 16ου… …   Dictionary of Greek

  • αποικιοκρατία — Ο όρος αποικία, με το σύγχρονο περιεχόμενό του, σημαίνει μια εδαφική μονάδα έξω από τα γεωγραφικά όρια ενός κράτους, προς το οποίο συνδέεται με δεσμούς εξάρτησης τόσο στο διοικητικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Η ιστορία της δημιουργίας αποικιών …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”